Έβετ ή Χάγιρ; Το συνταγματικό δημοψήφισμα στην Τουρκία.

06.photo 1Την ερχόμενη Κυριακή, 16 Απριλίου 2017, διεξάγεται στην Τουρκία ένα συνταγματικό δημοψήφισμα. Το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας είναι φτωχό σε θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, αφού προβλέπονται μόνο δύο μορφές δημοψηφίσματος (χωρίς καμία από αυτές να καλείται από τους πολίτες). Η πρώτη είναι ένα κλασικό παράδειγμα προσωπικού δημοψηφίσματος (plebiscite) το οποίο καλεί ο Πρόεδρος, ενώ η δεύτερη μορφή είναι ένα υποχρεωτικό (καλείται αυτόματα από τον νόμο) συνταγματικό δημοψήφισμα.

Αναλυτικότερα, τα άρθρα 67, 104 και 175 του Συντάγματος της Τουρκίας δίνουν την δυνατότητα στον Πρόεδρο της χώρας να ασκήσει βέτο σε μία συνταγματική αναθεώρηση προκηρύσσοντας δημοψήφισμα για αυτή (veto – plebiscite) παρά την πλειοψηφική, κατά 2/3, υποστήριξη της από τους βουλευτές του κοινοβουλίου, ενώ τα άρθρα 67 και 175 ορίζουν μία διαδικασία υποχρεωτικού συνταγματικού δημοψηφίσματος (obligatory referendum) για τις περιπτώσεις που η υποστήριξη των βουλευτών ξεπερνά τα 3/5 (330 βουλευτές) αλλά δεν φτάνει τα 2/3 του αριθμού τους (366 ή περισσότεροι).

Σύμφωνα με τα παραπάνω έχουμε τα εξής σενάρια:

a) Περισσότεροι από 366 βουλευτές (τα 3/5 του αριθμού των βουλευτών) αποδέχονται τις προτεινόμενες συνταγματικές αλλαγές. Σε αυτή την περίπτωση δεν απαιτείται (από τον νόμο) δημοψήφισμα αλλά, παρόλα αυτά, ο Πρόεδρος μπορεί να αποφασίσει την διεξαγωγή του.

b) Οι προτεινόμενες αλλαγές γίνονται αποδεκτές από περισσότερους από 330 βουλευτές (3/5 του αριθμού των βουλευτών) αλλά όχι από 366 ή περισσότερους. Σε αυτή την περίπτωση διεξάγεται υποχρεωτικά δημοψήφισμα προκειμένου να γίνουν αποδεκτές οι συνταγματικές αλλαγές.

c) Οι προτεινόμενες αλλαγές δεν συγκεντρώνουν την υποστήριξη 330 βουλευτών, οπότε και απορρίπτονται.

Το κυβερνών κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν πρότεινε 21 αλλαγές από τις οποίες οι τρεις απορρίφθηκαν κατά την διαδικασία της κοινοβουλευτικής διαβούλευσης και ψηφοφορίας. Οι υπόλοιπες 18 υποστηρίχθηκαν από 339 ως και 345 βουλευτές. Ως εκ τούτου μπορούν να γίνουν αποδεκτές μόνο μέσω δημοψηφίσματος.

06.photo 2

Σε επόμενο μας κείμενο θα εξετάσουμε την σχέση μεταξύ των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας (ακόμα και στην νόθα μορφή των προσωπικών δημοψηφισμάτων) και μη δημοκρατικών πολιτευμάτων.

Posted in Χωρίς κατηγορία | 2 Σχόλια

Ελλάδα – Ελβετία, σημειώσατε ……

05.only flags

Σε ένα από τα πολλά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα άρθρα (μάλλον μικρές μελέτες) του Rolf Buechi βρήκαμε έναν πίνακα (στην ιστοσελίδα του activating democracy) που μας έβαλε σε σκέψεις.

5.English text

Μήπως τελικά δεν ζούμε σε μία δημοκρατία; Αφού μεταφράσαμε τον πίνακα σκεφτήκαμε να τον χρωματίσουμε με τα χρώματα των σημαιών δύο ‘τυχαίων’ χωρών, της Ελλάδας και της Ελβετίας. Ιδού τα αποτελέσματα:

05.Greece - Switzerland _ 2

Λέτε να έχουν σχέση όλα τα παραπάνω με την κρίση που βιώνουμε όλο και πιο έντονα τα τελευταία επτά χρόνια; Εμείς είμαστε κάτι παραπάνω από σίγουροι. Η λύση λοιπόν υπάρχει και ονομάζεται δημοκρατία. Το πώς θα φτάσουμε εκεί είναι μία άλλη, μεγάλη ιστορία.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Οι σχέσεις μεταξύ Κατεστημένων – Αποκλεισμένων

4.Creation_of_competent_citizens.png

Με αφορμή τον δημόσιο διάλογο που διεξάγεται σχετικά με την επικείμενη συνταγματική  αναθεώρηση και την σφοδρότητα με την οποία κάποιοι συμπολίτες μας ισχυρίζονται πως θα ήταν καλό (για ποιους άραγε;) να παραμείνουν οι πολίτες πολιτικά αποκλεισμένοι, επανερχόμαστε ξανά στην πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του Rolf Buchli.

“Στην απλούστερη του μορφή, ένα σχήμα κατεστημένων – αποκλεισμένων αποτελείται από δύο αλληλεξαρτώμενες ομάδες, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με μία σχέση κατεστημένων και αποκλεισμένων. Η ομάδα των κατεστημένων διαθέτει μεγαλύτερες πηγές ισχύος από αυτές της ομάδας των αποκλεισμένων. Εντός της σχηματοποίησης αυτής αναδύονται συγκεκριμένες συλλογικές εικόνες (όπως για παράδειγμα εικόνες εμείς – αυτοί, τι είμαστε – τι είναι και τι οφείλουμε να είμαστε – τι οφείλουν να είναι). Σχέσεις κατεστημένων – αποκλεισμένων μπορούν να παρατηρηθούν όχι μόνο μεταξύ πολιτικών και πολιτών αλλά σε όλους τους ιστορικούς χρόνους και όλα τα πεδία, όπως για παράδειγμα οι ομάδες άντρες και γυναίκες, λευκοί και μαύροι, γηγενείς και αλλοδαποί, παλιοί κάτοικοι και νεοαφιχθέντες.

Η κινητήρια δύναμη στην δημιουργία κάθε σχήματος κατεστημένων – αποκλεισμένων είναι, σύμφωνα με τον Ελίας, μία ανισορροπία ισχύος και οι κοινωνικές εντάσεις που συνεπάγονται από αυτή. Η ιδιαίτερη δυναμική των σχέσεων μεταξύ των δύο ομάδων πηγάζει από τους τρόπους με τους οποίους αυτές συνδέονται και αλληλεξαρτώνται μεταξύ τους. Αλλαγές στην ισορροπία ισχύος παράγουν επίσης αλλαγές στις εικόνες που έχουν οι ομάδες, τόσο όσο αφορά τον εαυτό τους, όσο και όσο αφορά τους άλλους.

Σύμφωνα με τον Ελίας, οι εικόνες – απεικονίσεις των ομάδων αποτελούν ιδιότυπα (sui generis) κοινωνικά δεδομένα, παρά λογικά ή παράλογα συμπεράσματα. Διαθέτουν την δική τους αναπτυξιακή δυναμική και με την σειρά τους επηρεάζουν τις σχέσεις ισχύος. Η εξέλιξη της ισορροπίας δυνάμεων και αναπαραστάσεων (εικόνων) των ομάδων είναι δύο πλευρές, η υλική και η νοητική αντίστοιχα, της ίδιας σχέσης κατεστημένων – αποκλεισμένων. Οι εικόνες των ομάδων ασκούν συμβολική ισχύ (Πιέρ Μπουρντιέ) και επηρεάζουν τόσο την διαμόρφωση της έξης (habitus[1]) όσο και την κατασκευή των θεσμών. Μακροχρόνιες αλλαγές στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπινων όντων συνδέονται με αλλαγές στην δομή της προσωπικότητας.

Η συμβολική ισχύς είναι επικοινωνιακή ισχύς, αλλά το μοντέλο αυτό δεν αναφέρεται στην συνείδηση. Συνδέεται με σχετικά σταθερές, σωματικές προδιαθέσεις, πέρα από λογικό υπολογισμό και έλεγχο της επιθυμίας, λειτουργώντας με έναν σχετικά αυτόνομο τρόπο. Η συμβολική ισχύς εδράζεται στην ενσωμάτωση των σχέσεων εξουσίας. Είναι το αποτέλεσμα μίας διαδικασίας εγκλιματισμού, η σχηματοποίηση μιας αντιστοιχίας μεταξύ της τάξης των πραγμάτων και των αρχών της αντίληψης και της κατηγοριοποίησης τους. Μεταξύ κοινωνικής πραγματικότητας και της εικόνας αυτής της πραγματικότητας.

Αναφερόμενος σε αυτά, ο Μπουρντιέ μιλά για μία πάλη κατηγοριοποίησης μέσω της οποίας παράγονται κοινές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας. Ο Ελίας περιγράφει την ίδια πάλη ως πάλη μεταξύ κατεστημένων και αποκλεισμένων, στην οποία η κυριαρχία, οι εικόνες και οι φαντασιακές αναπαραστάσεις (απεικονίσεις της πραγματικότητας) παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Η συμβολική ισχύς αναφέρεται σε ένα σύστημα κατηγοριοποίησης το οποίο οι κατεστημένοι και οι αποκλεισμένοι αποδέχονται σε κάποιο βαθμό από κοινού και λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων των κατεστημένων. Η άσκηση της συμβολικής ισχύος βασίζεται στην ύπαρξη κοινών αντιλήψεων. Η δημιουργία των κοινών αυτών αντιλήψεων είναι το αποτέλεσμα μίας τεράστιας σε μέγεθος προσπάθειας – εργασίας (με κύριο φορέα το κράτος και την οικογένεια), διαμέσου των οποίων το σώμα και το πνεύμα διαμορφώνονται και αποδέχονται μία συγκεκριμένη τάξη κυριαρχίας, μέσω της οποίας δυνάμεις και εντάσεις εν-σωματώνονται στα υπό εξέταση άτομα.

Μορφές ομάδων κατεστημένων – αποκλεισμένων διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους και εμφανίζονται κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες. Παρόλα αυτά, υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία μπορούν να παρατηρηθούν σε όλες τις διαφορετικές αυτές μορφές:

  • Οι περισσότερο ισχυρές ομάδες τείνουν να στιγματίζουν τις λιγότερο ισχυρές. Τείνουν να αντιλαμβάνονται τους εξαρτώμενους από αυτούς αποκλεισμένους ως άτομα με μικρότερη αξία από την δική τους και να τους φέρονται αντιστοίχως.
  • Η ομάδα των κατεστημένων τείνει πάντα να μονοπωλεί τις ευκαιρίες για ισχύ και αναγνώριση, οι οποίες είναι πολύ σημαντικές για αυτούς.
  • Αν η ισορροπία δυνάμεων ανατραπεί υπέρ των αποκλεισμένων, είναι πιθανό να υπάρξει στιγματισμός των μελών της ομάδας των κατεστημένων.
  • Τα αίτια και το αποτελέσματα συγχέονται με συστηματικό τρόπο.

Από το βιβλίο Direct Democracy in Europe. Developments and Prospects. VS Verlag 2007 (σελ. 71-73). Η έμφαση δική μας.

[1] Το habitus / έξη αποτελεί ένα σύνολο ιστορικών κοινωνικών σχέσεων, πραγματωμένων στα πεδία που συναποτελούν το κοινωνικό σύμπαν και ενσταλαγμένων εντός των ατομικών υποκειμένων υπό τη μορφή νοητικών και σωματικών σχημάτων αντίληψης, αξιολόγησης και δράσης

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged | 4 Σχόλια

Άρθρο 110 – Η λύση του προβλήματος

3.logo

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρωτίστως οικονομικό. Η οικονομική κρίση και ό,τι αυτή συνεπάγεται, είναι αποτέλεσμα του πολιτικού μας συστήματος. Ενός συστήματος το οποίο έχει σχεδιασθεί από μία παρασιτική πολιτική ελίτ (όλων των ‘αποχρώσεων’) και μέσω του οποίου η ελίτ αυτή κυβερνά την Ελλάδα ερήμην των πολιτών και ενάντια στα συμφέροντα της χώρας.

Μοναδική λύση του πολιτικού μας προβλήματος είναι η συνταγματική θεσμοθέτηση της συνεχούς, άμεσης και δεσμευτικής προς όλους συμμετοχής των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Η επόμενη συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να κινηθεί προς αυτή και μόνο αυτή την κατεύθυνση. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας έχει χάσει το ηθικό δικαίωμα να προχωρήσει σε οποιαδήποτε συνταγματική αλλαγή πλην της παραπάνω.

Η ομάδα «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ» έχει επεξεργασθεί από τα μέσα του 2016 μία πρόταση που επικεντρώνεται στα παραπάνω. Κάθε συνταγματική αλλαγή θα πρέπει να εκκινεί από τους πολίτες μέσω της συλλογής υπογραφών και να επικυρώνεται ή απορρίπτεται από αυτούς στο δημοψήφισμα συνταγματικής πρωτοβουλίας πολιτών που θα ακολουθεί. Οποιαδήποτε μεταβολή του συντάγματος προς άλλη κατεύθυνση είναι αντι-δημοκρατική και ως εκ τούτου άκυρη. Η λύση βρίσκεται λοιπόν στο άρθρο 110, το άρθρο το οποίο περιγράφει τον τρόπο αναθεώρησης του Συντάγματος της Ελλάδας.

Μπορείτε να δείτε την πρόταση μας τόσο στο site της ομάδας μας όσο και στο site της Επιτροπής Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Όποια και αν είναι τα προβλήματα, όποιες και αν είναι οι ενστάσεις όσο αφορά την ένταση και την πιστότητα του δημόσιου διαλόγου για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, δεν μας επιτρέπεται να μην συμμετέχουμε. Το Σύνταγμα της χώρας μας είναι κάτι πολύ σημαντικό για να το αφήσουμε στα χέρια των πολιτικών και όσων συνωθούνται γύρω από αυτούς. Το Σύνταγμα της Ελλάδας είναι δική μας υπόθεση, υπόθεση των πολιτών, ακόμα και αν, ή ίσως ακριβώς επειδή, παραμένουμε θεσμικά αποκλεισμένοι από κάθε διαδικασία συγγραφής και επικύρωσης του.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged | Σχολιάστε

Συνταγματική αναθεώρηση, ιδεοληψίες και διαβούλευση

2.jpg

«Η αιώνια ιδεοληψία του Δον Κιχώτη», έργο του Leon Darwin από το FineArtAmerica

Δυστυχώς ο «διάλογος» για τη συνταγματική αναθεώρηση κυριαρχείται από τις γνωστές ιδεοληψίες των ειδικών και των επαγγελματιών της πολιτικής. Αυτές οι ιδεοληψίες συχνά συνδυάζονται με έναν πατερναλισμό, αλλά και μια απροκάλυπτη υποτίμηση, τόσο των πολιτών, όσο και της δημοκρατίας. Το φαινόμενο και ο βαθμός της νοσηρότητάς του, είναι ζητήματα «αρχαίας κοπής». Είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα σε αυτούς που είναι ολιγαρχικών πεποιθήσεων και αυτούς που έχουν δημοκρατική αντίληψη. Είναι, θα λέγαμε, η αιώνια πάλη ανάμεσα σε αυτούς που κυριαρχούν και σε αυτούς που κυριαρχούνται. Ανάμεσα στους κατεστημένους (ειδικούς) και στους αποκλεισμένους (πολίτες). Ακόμη και σε τούτες τις συνθήκες γενικευμένης διάλυσης και χρεοκοπίας, πολλοί ειδικοί εμμένουν στην «προστασία της κοινωνίας από τον εαυτό της» και στη λεγόμενη αποτροπή της «τυραννίας της πλειοψηφίας».

Χαρακτηριστική είναι η οπτική του Γ. Γεραπετρίτη (δείτε σχετικό απόσπασμα από την εκπομπή ΕΡΤ FOCUS του Πάνου Χαρίτου στην ΕΡΤ1) αλλά και άλλων του ακαδημαϊκού χώρου (όπως η Ι. Καμτσίδου) όπου προτάσσει τα ατομικά δικαιώματα (που αποτελούν τον κορμό του φιλελευθερισμού) απέναντι στον κοινοβουλευτισμό (ο οποίος μπορεί να προβλέπει και δημοψηφίσματα), και ξεκάθαρα επιλέγει τα δικαιώματα. Στην πραγματικότητα ο κ. Γεραπετρίτης συγχέει δύο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, δηλαδή μια ιδεολογία (τον φιλελευθερισμό) με ένα πολίτευμα (το κοινοβουλευτικό). Αυτό φαίνεται όταν αναφέρει τα δύο παρακάτω παραδείγματα με τα οποία στην πραγματικότητα αυτοεγκλωβίζεται στην ιδεοληψία του. Μας λέει λοιπόν ότι η συνταγματική απαγόρευση ανέγερσης οποιουδήποτε τεμένους στην Ελβετία (άσχετα εάν στην πραγματικότητα η απόφαση των Ελβετών αφορά την απαγόρευση χορήγησης νέων αδειών ανέγερσης) και η απαγόρευση του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου στην Καλιφόρνια, είναι, κατά τη γνώμη του, λανθασμένες αποφάσεις. Το ότι τις θεωρεί λανθασμένες διαφαίνεται όταν μας ρωτάει «το θέλουμε αυτό;». Δηλαδή με άλλα λόγια μας ρωτάει εάν θέλουμε τα δημοψηφίσματα που μας οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις. Ανεξάρτητα από την άποψη του καθενός μας περί σωστού και λάθους και την ηθική βάση αυτής του της άποψης, ο καθηγητής εδώ υποστηρίζει ότι το πολίτευμα, μέσω του Συντάγματος, πρέπει να θέτει τα όρια. Τα ερωτήματα που προκύπτουν εδώ είναι τα εξής: Πρώτον ποιος τα θέτει αυτά τα όρια; Και δεύτερον, εάν για τις συγκεκριμένες κοινωνίες αυτές οι αποφάσεις ληφθούν δημοκρατικά (ως αποτέλεσμα της βούλησης της πλειοψηφίας στην Ελβετία και την Καλιφόρνια) δεν θέτουν και αυτές κάποια όρια; Kαι μάλιστα με δημοκρατικό τρόπο;

Εδώ όμως προκύπτουν και άλλα βασικά ερωτήματα. Μόνο τα παραπάνω θέματα είναι ουσίας στην πολιτική, ώστε να αναφερθούν ως παραδείγματα «κακής χρήσης» των δημοψηφισμάτων; Οι αποφάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος που λήφθηκαν για παράδειγμα στην Καλιφόρνια εξαιτίας των δημοψηφισμάτων (αλλαγές που οι αιρετές αρχές δεν επιθυμούσαν λόγο της εμπλοκής τοπικών οικονομικών παραγόντων), γιατί δεν πρέπει να αναδειχθούν ως παραδείγματα «καλής χρήσης» του δημοψηφίσματος; Kαι μάλιστα για ένα μεγάλης σημασίας ζήτημα, όπως η προστασία του περιβάλλοντος; Εάν δεχτούμε ότι οι κοινωνίες πρέπει όντως να προστατεύονται από τον ίδιο τους τον εαυτό, μήπως τουλάχιστον το πώς, θα πρέπει να μπορούν να το αποφασίσουν από μόνες τους; Επίσης ποιος είναι αυτός που μπορεί να εγγυηθεί ότι η ίδια η κοινωνία αύριο δεν θα ψηφίσει το πλέον αντιδημοκρατικό, αντικοινοβουλευτικό και μισαλλόδοξο κόμμα δίνοντάς του εντολή να κυβερνήσει; Πρέπει μήπως η κοινωνία να προστατευτεί a priori και από κάποια μελλοντική «λανθασμένη» ψήφο της; Μέχρι πού φτάνει αυτή η προστασία; Σήμερα είναι προστατευμένη η κοινωνία από την «τυραννία της μειοψηφίας» που συνθέτει για παράδειγμα η κομματική και οικονομική ελίτ; Τελικά θέλουμε μια κοινωνία απλό θεατή των αντιπαραθέσεων και του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων ελίτ, ή μια κοινωνία που συνεργάζεται ώστε να περιορίσει την κυριαρχία τους;

Στο σημείο αυτό δεν θα γίνει περαιτέρω ανάλυση των επιμέρους συμπερασμάτων που βγαίνουν από τον «διάλογο» στην ΕΡΤ1. Ακόμη και εάν υπάρχουν κάποιες αναπάντεχα ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις, το συνολικό «πνεύμα» της τηλεοπτικής κουβέντας, δεν κινείται προς μια θετική κατεύθυνση, δηλαδή προς την κατεύθυνση της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Περισσότερο κινείται στα όρια της πολιτικής ειρωνείας και αναπαράγει τη «λογική» ότι εκτός από το σωστό ακόμη και το λάθος είναι αποκλειστικό «δικαίωμα» και «προνόμιο» των ολίγων επαγγελματιών της πολιτικής. Όσο καταστροφικό και εάν είναι το λάθος πρέπει να μπορεί να επαναληφθεί μόνο από τους εκλεκτούς και τους ολίγους.

Αξίζει πάντως να τονιστεί ότι για τους αρχαίους Έλληνες μια από τις πιο λαμπρές αρετές της Δημοκρατίας (εκτός από την πραγματική κυριαρχία του Δήμου) ήταν η ικανότητά της να μαθαίνει από τα λάθη της και να αλλάζει τις αποφάσεις της, πράγμα που σήμερα με τον κοινοβουλευτισμό μοιάζει να έχει ξεχαστεί.

Η εφαρμογή ηλεκτρονικής διαβούλευσης μοιάζει περισσότερο με δημοσκόπηση που όπως κάθε δημοσκόπηση είναι προκατασκευασμένη και εδώ έρχεται να ικανοποιήσει μόνο τυπικά το λαϊκό αίσθημα και την ανάγκη ενός ανοιχτού διαλόγου με την κοινωνία. Οι συνταγματολόγοι και οι άλλοι ειδικοί στα τηλεοπτικά πάνελ και στα ΜΜΕ γενικότερα, συνομιλούν μεταξύ τους δημιουργώντας συνθήκες μιας «εικονικής» κουβέντας και μιας αντιπαράθεσης που στόχο της έχει κυρίως τη δημιουργία εντυπώσεων. Για την κοινωνία, και από την κοινωνία, στην ουσία, δεν παράγεται καμία ουσιαστική πρόταση ως προϊόν πραγματικού διαλόγου μεταξύ πολιτών. Ο ρόλος της Κυβέρνησης και της Βουλής στην αναθεωρητική διαδικασία, θα έπρεπε να είναι η παροχή τεχνογνωσίας, αλλά κυρίως η προτροπή των πολιτών να συμμετέχουν, η ανάδειξη του ζητήματος και ο συντονισμός της συλλογικής προσπάθειας. Διότι η κοινωνία των πολιτών, μέσα από τη συμμετοχή της, θα έπρεπε να είναι ο πρωταγωνιστής, ενώ τα συμπεράσματα πάνω στις αναγκαίες συνταγματικές αλλαγές θα έπρεπε να κυρωθούν με δημοψήφισμα. Ασφαλώς το γεγονός ότι άνοιξε μια τέτοια κουβέντα μπορεί να θεωρηθεί κάτι το θετικό, με την έννοια ότι προβληματίζει κάποιους πολίτες και ενδεχομένως θα μπορούσε, έστω και ευκαιριακά, να «ανακινήσει» το πολιτικό status. Ακόμη και εάν αυτή κουβέντα δείχνει ότι άνοιξε εξυπηρετώντας κομματικά και μικροπολιτικά συμφέροντα και την συνηθισμένη προβολή ορισμένων καθηγητών και πολιτικών προσώπων.

Φυσικά πρέπει να αναφέρουμε ότι η συμμετοχή των πολιτών, ως προς τη μαζικότητά της, δεν δείχνει ενθαρρυντική. Επίσης οι σχετικές πρωτοβουλίες πολιτών δεν είναι ιδιαίτερα ενεργές. Αυτό γιατί δεν έχει δοθεί η απαραίτητη δημοσιότητα στο θέμα, ενώ παράλληλα κάποιοι πολίτες αδιαφορούν (ίσως δικαίως) και/ή αισθάνονται (και είναι) αποκλεισμένοι από τις τελικές αποφάσεις. Άλλωστε η περιορισμένη δημοσιότητα μαζί με τον αποκλεισμό, είναι ίσως οι πιο αποτελεσματικές γραμμές άμυνας κάθε κατεστημένου πολιτικού συστήματος, ειδικά όταν αυτό έχει έντονα ολιγαρχικά χαρακτηριστικά. Έτσι οι άνθρωποι δεν πρέπει να συμμετέχουν στην πολιτική, γιατί είναι ανίκανοι να διαχειριστούν τα κοινά και ρέπουν προς την οχλοκρατία. Είναι εγωιστές από τη φύση τους και η μόνη «ασφαλής» λύση είναι να αποτραβηχτούν από τη δημόσια σφαίρα. Όμως θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε ότι ακριβώς αυτός ο αποκλεισμός είναι που συμβάλει στον εγκλεισμό μας στην ιδιωτική σφαίρα διαιωνίζοντας τον φαύλο κύκλο της απάθειας των πολιτών και της ασυδοσίας των αιρετών.

Για ιστορικούς λόγους θα αναφέρουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Π. Αργυρόπουλου «Δημοτική διοίκησις εν Ελλάδι», 2η έκδ, εν Αθήναις: εκ της Φιλολάου Τυπογραφίας, Τυπογραφείον Δ. Αθ. Μαυρομμάτη, 1843 – 1859, σελ. 68.

«Συνελεύσεις της ολομέλειας των πολιτών δεν πρέπει να γίνωνται […] τοιαύται συνεδριάσεις είναι επί τό πολύ τό στάδιον των χαμερπεστάτων παθών και της ιδιοτελείας, καί έκ των τοιούτων συζητήσεων προερχόμεναι αποφάσεις είναι τόσω μάλλον ανίσχυροι προς επαύξησιν της δημοτικής ευδαιμονίας, καθ΄όσον λείπει είς τούς μετέχοντας η ευκαιρία του να αποκτήσουν τας απαιτουμένας ακριβείς και βασίμους γνώσεις των συζητηθησομένων διοικητικών υποθέσεων»

Το ελληνικό κράτος πλησιάζει τα 200 χρόνια ζωής, και αξίζει να σημειωθεί ότι μια από τις πρώτες νομοθετικές του πράξεις (με το Νόμο «Περί σχηματισμού και διαιρέσεως των Δήμων» του 1833, άρθρο 38 παρ.3) ήταν να απαγορεύσει τις συνελεύσεις των πολιτών.

«Συνέλευσις δέ της ολομέλειας των δημοτών, προς σύσκεψιν και απόφασιν περί δημοτικών ή άλλων υποθέσεων δεν επιτρέπονται».

Στην Ελλάδα διαχρονικά η πολιτική ελίτ φαίνεται να φοβάται την συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική, τόσο επειδή παρουσιάζεται διστακτική στο να μοιραστεί την εξουσία, όσο και επειδή προωθεί μια αρνητική ανάγνωση της ιστορικής εμπειρίας. Το πολιτικό μας σύστημα ήταν και παραμένει ένα ερμητικά κλειστό και πατερναλιστικό σύστημα. Μάλιστα υπάρχουν και κάποιοι που υποστηρίζουν ότι σε μια τόσο δυσμενή συγκυρία, η καλύτερη αναθεώρηση είναι να μην γίνει καθόλου αναθεώρηση (βλ. σχετικό άρθρο στην efsyn). Φυσικά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πότε οι καιροί θα είναι «ώριμοι», πότε θα είναι πολιτικά εφικτό, όπως και δεν μπορεί να ξέρει πότε οι πολίτες θα είναι -με τρόπο μαγικό προφανώς- «έτοιμοι». Ωστόσο τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, φέρνουν τη χώρα μας χαμηλά στην κατάταξη των χωρών της ΕΕ που διαθέτουν θεσμούς άμεσης συμμετοχής, όπως τα δημοψηφίσματα (σε τοπικό και εθνικό επίπεδο).

Καταλήγοντας, το παρόν κείμενο -σε καμία περίπτωση- δεν έχει ως στόχο του να καλέσει σε μη συμμετοχή στην πλατφόρμα συμμετοχής στο διάλογο μέσω ηλεκτρονικής διαβούλευσης.  Θέλει ωστόσο να επισημάνει ότι, επί της ουσίας, ο «διάλογος» για τη συνταγματική αναθεώρηση, δεν δείχνει να διεξάγεται με τρόπο ώστε να επιφέρει το αναμενόμενο και επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα. Δηλαδή να ανοίξει ένα πραγματικά δημόσιο πεδίο συζήτησης και συμμετοχής με στόχο την αυτονομία των πολιτών η οποία, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να ενισχυθεί και μέσα από τον εκδημοκρατισμό του Συντάγματος.

Γιώργος Κουτσαντώνης

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged | 2 Σχόλια

Δημοκρατία και δημοψήφισμα

01.dimitropoulos.jpg

Επειδή ακούμε, ξανά και ξανά, διάφορα τραγελαφικά σχετικά με τον θεσμό των δημοψηφισμάτων (τα οποία ιδανικά θα πρέπει να καλούνται μόνο με πρωτοβουλία πολιτών) ακούστε τον κ. Δημητρόπουλο στο βίντεο που μπορείται να βρείτε εδώ και ειδικότερα στο απόσπασμα από το 1:05:12 ως και 1:06:36. Μέσα στην γενικευμένη αντι-λαϊκή και αντι-δημοκρατική προπαγάνδα, κάποιοι λένε τα πράγματα ευτυχώς όπως ακριβώς είναι.

«Κοιτάξτε όλα έχουν μια φιλοσοφία, μία φιλοσοφική προσέγγιση. Η βάση του συνταγματικού οικοδομήματος είναι η δημοκρατία. Το τι είναι δημοκρατία μας το λέει ο Αριστοτέλης και δεν αλλάζει. Δήμος εστίν ο κρατών. Η διαφορά λοιπόν δημοψηφίσματος και δημοκρατίας είναι μόνο ποσοτική. Δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο ο λαός παίρνει ο ίδιος τις βασικές αποφάσεις για τα θέματα που τον αφορούν, αυτό που συνήθως ακούτε ως άμεση δημοκρατία, και δημοψήφισμα είναι μία από τις αποφάσεις του λαού. Άρα, όταν ενισχύουμε με δημοψηφίσματα ένα πολίτευμα, τι κάνουμε; Ενισχύουμε την δημοκρατία. Αν υπάρχει αντίλογος εδώ, θα πρέπει να το συζητήσουμε. Και θα πρέπει να το συζητήσουμε πολύ σοβαρά, γιατί αντιλέγουμε στον ακρογωνιαίο λίθο του δημοκρατικού πολιτεύματος. Για αυτό δεν συμφώνησα, δεν το είπα πριν για οικονομία χρόνου, για την διάκριση δημοκρατικών από την μια πλευρά και ελεύθερων, δεν άκουσα νεοφιλελεύθερων, ελεύθερων, μάλλον φιλελεύθερων από την άλλη. Η βάση της ελευθερίας είναι η δημοκρατία, ελευθερία χωρίς δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρχει. Αυτά είναι περίπου αυτονόητα νομίζω.»

Η έμφαση δική μας.

Posted in Χωρίς κατηγορία | 3 Σχόλια

“Πρόταση για μια προοδευτική συνταγματική αναθεώρηση“

15.greece-800x350

Προχθές, Τρίτη 17 Μαρτίου, αναρτήθηκε στην σελίδα της επιτροπής διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση μία πρόταση συνταγματολόγων με συντονιστή της προσπάθειας τον κ. Κατρούγκαλο. Εντός της ομάδας υπάρχουν διακεκριμένοι συνταγματολόγοι (όπως οι κύριοι Δημητρόπουλος και Νικολόπουλος) οι οποίοι έχουν εκφρασθεί ανοικτά και χωρίς εκπτώσεις υπέρ των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή τα δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών.

Έτσι, βλέπουμε την παραπάνω ομάδα (στο εισαγωγικό σημείωμα της πρόταση της) να εστιάζει όντως στο κρίσιμο σημείο «Η γενικευμένη όμως αυτή κρίση αξιοπιστίας πρέπει να αντιμετωπιστεί με σημαντικές θεσμικές τομές, πολλές από τις οποίες δεν μπορούν να ενταχθούν στη θεσμική μήτρα του ισχύοντος Συντάγματος, όπως, π.χ., η ανακλητότητα, η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία για ψήφιση νόμων ή διεξαγωγή δημοψηφίσματος[1]».

Στην συνέχεια έχουμε – και πάλι ως σχόλια – τις εξής προτάσεις σχετικά με τα Δ.Π.Π. (Δημοψηφίσματα Πρωτοβουλίας Πολιτών).

«Ειδικότερα προτείνονται τα εξής:

  • Υποχρέωση κύρωσης με δημοψήφισμα, οποιασδήποτε συνθήκης μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του Κράτους (άρθρο 28).
  • Λαϊκή πρωτοβουλία για διενέργεια δημοψηφισμάτων με 500.000 υπογραφές για εθνικά θέματα, 1 εκατομμύριο υπογραφές για ψηφισμένο νόμο (εκτός δημοσιονομικών ζητημάτων) και 100.000 υπογραφές για νομοθετική πρωτοβουλία από τους ίδιους τους πολίτες (άρθρα 44 και 73).
  • Δημοψηφίσματα νομοθετικής πρωτοβουλίας, αρνησικυρίας- κυρωτικό (για να μην ισχύσει ψηφισμένος νόμος) δημοψήφισμα, αναθεωρητικό δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 44 παρ. 2 περ. β και 110 παρ. 5).
  • Καθιέρωση δυνατότητας τοπικών δημοψηφισμάτων και θεσμοθέτηση λαϊκών συνελεύσεων για κρίσιμα τοπικά ζητήματα με δεσμευτικό για τις αρχές χαρακτήρα (άρθρο 102).
  • Ανακλητότητα του Προέδρου (άρθρο 49 παρ. 5).
  • Προτείνεται επιπλέον, η αναθεωρητική πρόταση να τίθεται σε ισχύ μετά την έγκρισή της από το Εκλογικό Σώμα, μετά από δημοψήφισμα που προκηρύσσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (άρθρο 110). Επαναλαμβάνεται και εδώ η δυνατότητα δημοψηφίσματος (ανακλητικό δημοψήφισμα) για ανάκληση του Προέδρου της δημοκρατίας (άρθρο 49)[2]».

Σε επόμενα κείμενα θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε μία – μία τις παραπάνω θέσεις και πως αυτές προτείνεται να υλοποιηθούν στο νέο Σύνταγμα.

Μέχρι τότε θέλουμε να αναφερθούμε μόνο σε ένα συγκεκριμένο σημείο, στο ύψος του αριθμού των απαιτούμενων υπογραφών προκειμένου να προκηρυχθεί δημοψήφισμα. Σε μία χώρα με τον πληθυσμό της Ελλάδας και ταυτόχρονα με ελάχιστο κοινωνικό κεφάλαιο (με ότι αυτό συνεπάγεται σε έλλειψη ικανότητας άμεσης κινητοποίησης μεγάλου αριθμού πολιτών) μόνο ως αστείο μπορεί κάποιος να θεωρήσει αριθμούς όπως το μισό ή το ένα εκατομμύριο υπογραφές! Τα δεδομένα από χώρες που οι θεσμοί έχουν μακρά ιστορία αλλά και από άλλες, στις οποίες οι πολίτες προσπαθούν να ισχυροποιήσουν τους θεσμούς, δεν μας αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας όσο αφορά την δυνατότητα χρήσης των παραπάνω θεσμών, αν αυτοί προϋποθέτουν και απαιτούν τόσο υψηλά, παράλογα θα λέγαμε, όρια συλλογής υπογραφών. Οι έμπειροι συνταγματολόγοι της ομάδας είναι σίγουρο πως γνωρίζουν τα παραπάνω. Μάλιστα στην πρώτη ανάρτηση του κειμένου, το βράδυ της 27ης Μαρτίου, υπήρχε στην σελίδα 40 (άρθρο 44) υποσημείωση η οποία έγραφε ακριβώς το εξής: «Η Επιτροπή πρότεινε μικρότερο αριθμό ψηφοφόρων, εδώ καταγράφεται η πρόταση του Πρωθυπουργού». Στην συνέχεια η σημείωση αυτή αφαιρέθηκε!

Περισσότερα σύντομα.

[1] Σελίδα 1 του κειμένου

[2] Σελίδες 5 και 6 του κειμένου

Posted in Χωρίς κατηγορία | 2 Σχόλια