Οι τέσσερις γενικές αρχές της πραγματικής δημοκρατίας

07.RD-vs-Real-Democracy-1024x539 _ 2 _ small

Από το βιβλίο των Verhulst και Nijeboer (δωρεάν στα Αγγλικά εδώ) αντιγράφουμε τις τέσσερις γενικές αρχές της δημοκρατίας σε μία λαϊκή συνέλευση. Οι ίδιες αρχές πρέπει να ισχύουν σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική διαδικασία (π.χ. σε ένα δημοψήφισμα). Ας τις δούμε αναλυτικά:

“Κάθε δημοκρατική λαϊκή συνέλευση διέπεται από κάποιες γενικές αρχές.

  1. Η αρχή της ισότητας

Η αρχή της ισότητας αποτελεί την βάση της λαϊκής συνέλευσης : όλα τα ώριμα (με την έννοια του υπόχρεου λογοδοσίας) μέλη της κοινότητας μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή, διαθέτοντας ίση βαρύτητα στη λήψη των αποφάσεων.

Δεν είναι εύκολο να θεμελιώσουμε την έννοια της ισότητας ως θετική αρχή. Ωστόσο είναι εύκολο να την στηρίξουμε την έννοια της ισότητας με αρνητικό τρόπο. Εξάλλου το δημοκρατικό ιδεώδες βασίζεται στη θεμελιώδη αρχή πως δεν υπάρχει ανώτερη εξουσία από τον λαό. Η αρχή αυτή σημαίνει πως είναι εξ’ ορισμού όλοι ίσοι. Εάν κάποιοι από τους συμμετέχοντες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλους κατά την λήψη  των αποφάσεων, μόνο λόγω του ποιοι είναι, τότε επιστρέφουμε στην ολιγαρχία.

Έτσι  η ψήφος κάθε ώριμου προσώπου έχει την ίδια βαρύτητα. Η ιστορία της δημοκρατίας στη διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν κυρίως μια μάχη γι’ αυτή την αρχή, μια μάχη που διεξήχθη κυρίως σε τρία μέτωπα: το σύστημα της καθολικής ισοψηφίας των ατόμων (στο οποίο το κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιδιοκτησία, την ηλικία ή τις ικανότητές του/της έχει ισότιμη ψήφο), το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και το δικαίωμα ψήφου ανεξάρτητα από  διαφορετικά βιολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. δικαίωμα ψήφου των έγχρωμων στη Νότια Αφρική).

  1. Το δικαίωμα στην πρωτοβουλία

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας σημαίνει ότι κάθε μέλος της λαϊκής συνέλευσης έχει ίσο δικαίωμα να υποβάλλει προτάσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ατζέντα της συνέλευσης δεν τίθεται από κάποια ελίτ.

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ειδική εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθεση προτάσεων δε διέπεται από κανόνες. Για παράδειγμα, τέτοιοι κανόνες μπορούν να ορίζουν ότι μια πρόταση πρέπει να κατατίθεται 14 ημέρες πριν από την συνέλευση ή ότι πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον εκατό μέλη της συνέλευσης. Το ουσιώδες εδώ είναι ότι οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους.

  1. Η αρχή της πλειοψηφίας

Στην ιδανική περίπτωση υφίσταται ομοφωνία: όλοι συμφωνούν σε μια πρόταση. Ωστόσο η ομοφωνία συνήθως δεν επιτυγχάνεται. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται η αρχή της πλειοψηφίας. Αποτελεί απόρροια της αρχής της ισότητας και προέρχεται από την επιθυμία να αποφεύγεται η διασάλευση της συνέλευσης. Η εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας ελαχιστοποιεί τον αριθμό των δυσαρεστημένων. Θα μπορούσε επιπλέον κανείς να ισχυριστεί ότι οποιαδήποτε λύση πέρα από την αρχή της απλής πλειοψηφίας αρνείται την αρχή της ισότητας. Έτσι, αν πούμε ότι ακολουθείται η ενισχυμένη πλειοψηφία (π.χ. δύο τρίτα), τότε μία μειοψηφία μπορεί να αρνηθεί στην πλειοψηφία αυτό που θέλει – για παράδειγμα αν το 60% θέλει την επιλογή Α και ένα 40% θέλει την επιλογή Β.

Η αρχή της πλειοψηφίας έχει μια υπαρξιακή διάσταση. Αποδεχόμενοι αυτή την αρχή, αναγνωρίζουμε τις ανθρώπινες ατέλειες. Η ύπαρξη μειοψηφίας δείχνει ότι η συζήτηση και η διαδικασία σχηματισμού αντίληψης ήταν ατελείς. Ταυτόχρονα, η αρχή της πλειοψηφίας μας θυμίζει το γεγονός ότι η δημοκρατία πρέπει πάντα να γίνεται αντιληπτή ως μία ιστορική διαδικασία. Η σημερινή μειοψηφία μπορεί να είναι η αυριανή πλειοψηφία. Οι περισσότερες νέες ιδέες συναντούν αρχικά αντίδραση και απόρριψη, όμως αργότερα μπορεί να γίνουν γενικά αποδεκτές. Ο κανόνας της πλειοψηφίας μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργήσει  σωστά μόνο όταν είναι επαρκώς κατανοητός στην κοινωνία ή την κοινότητα με ιστορικούς όρους. Όταν η απόφαση που έλαβε μία πλειοψηφία ενάντια στην πρόταση μιας μειοψηφίας εκλαμβάνεται από την πρώτη ως ένας απόλυτος ‘θρίαμβος’, πέρα από κάθε ιστορική προοπτική, τότε η ποιότητα της δημοκρατίας πλήττεται.

Η αρχή της πλειοψηφίας αντιτίθεται σε κάθε ελιτίστικη τάση. Τα αυταρχικά κινήματα δεν αναγνωρίζουν ποτέ την αρχή της πλειοψηφίας. Ενθαρρύνουν πάντοτε την εικόνα μιας ‘πρωτοπορίας’ ή μιας  ελίτ που μπορεί να επιβάλλει τη θέληση της στην πλειοψηφία. Οι λενινιστές θα μιλήσουν για τον πρωτοποριακό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος και την δικτατορία του προλεταριάτου. Οι εθνικοσοσιαλιστές θα μιλήσουν για ελίτ βασισμένες σε φυλετικά χαρακτηριστικά. Οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές θα απορρίψουν τα ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες και τους διαφωνούντες, ακόμη κι αν οι ομάδες αυτές αποτελούν την πλειοψηφία.

Με έναν πιο μετριασμένο αλλά ωστόσο υπαρκτό τρόπο, η ελιτίστικη αυτή αρχή υπάρχει και μεταξύ των υποστηρικτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο Dewachter (1992, σ. 70) το θέτει ως εξής: «Σύμφωνα με τη βασική ιδέα της ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσω της επιλογής των ‘φιλοσόφων – ηγεμόνων’. Εκλέγεται ένα δείγμα αντιπροσώπων του λαού που αντιστοιχεί σε μια αντιπροσωπευτική κατανομή του πληθυσμού ολόκληρης της επικράτειας. Εντούτοις τα εκλεγμένα μέλη αφ’ εαυτά δεν είναι πλέον αντιπροσωπευτικά, δεν αποτελούν ένα μέσο όρο, αλλά είναι οι άριστοι. Το κοινοβούλιο είναι  η συνέλευση των αρίστων του έθνους.». Ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Thomas Dehler, το είπε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί παρανόηση της φύσης της δημοκρατίας η άποψη πως το κοινοβούλιο είναι ο εντολοδόχος της λαϊκής βούλησης. Θεωρώ πως η φύση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι κάτι αρκετά διαφορετικό: είναι στην πραγματικότητα μία κοινοβουλευτική αριστοκρατία. Τα μέλη του κοινοβουλίου έχουν το καθήκον και τη ευκαιρία να δρουν υπό γενικότερο πρίσμα έχοντας ανώτερη γνώση από τον απλό πολίτη», (όπως αναφέρεται στο Dewachter, 2003, σ. 30).

Για αυτή την ξεκάθαρη έκφραση της ελιτίστικης ιδέας πίσω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο Dehler επιδοκιμάσθηκε όχι μόνο από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά επίσης από τους Φιλελεύθερους και τους Σοσιαλιστές. Από αυτή την άποψη η διαφορά με τα ολοκληρωτικά συστήματα ενός αμιγώς κοινοβουλευτικού συστήματος είναι πως, η ελίτ πρέπει να αποκτά την τυπική πλειοψηφία από τον λαό. Εκείνο όμως που είναι κοινό στο αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα και στο ολοκληρωτικό σύστημα είναι πως επιτρέπουν την εφαρμογή νόμων ενάντια στην βούληση της πλειοψηφίας του λαού.

  1. Η αρχή της εντολής

Η συνεχής επίτευξη ομοφωνίας είναι ανέφικτη σε μια δημοκρατία. Γι’ αυτό και η αρχή της πλειοψηφίας είναι μέρος του δημοκρατικού ‘αρχέτυπου’ της δημοκρατίας. Όμως υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα. Η καθολική συμμετοχή στη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι επίσης ανεπίτευκτη. Θα υπάρχουν πάντα μέλη της κοινότητας που δεν θα θέλουν να παίρνουν μέρος στη λήψη αποφάσεων σε συγκεκριμένα θέματα: είτε γιατί δεν έχουν το χρόνο είτε γιατί πιστεύουν ότι δεν έχουν επαρκή γνώση είτε για άλλους λόγους. Έτσι, επιπρόσθετα  στην αρχή της πλειοψηφίας, εισάγεται και η αρχή της εντολής: αυτοί που δεν συμμετέχουν στη λαϊκή συνέλευση θεωρείται πως έχουν δώσει εντολή σε αυτούς που συμμετέχουν.

Η αρχή της εντολής δεν μπορεί να αποφευχθεί με την θέσπιση υποχρεωτικής ψηφοφορίας ή υποχρεωτικής συμμετοχής. Ακόμη και αν έχει οριστεί από τον νόμο η υποχρεωτική συμμετοχή στην λαϊκή συνέλευση, θα πρέπει πάντοτε να υπάρχει μία ρύθμιση για αυτούς που δεν την τηρούν. Οι αποφάσεις της λαϊκής συνέλευσης θα δεσμεύουν πάντα και τους απόντες.

Έτσι η αρχή της εντολής δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τη διαφορά μεταξύ του αντιπροσωπευτικού και του αμεσοδημοκρατικού τρόπου λήψης των αποφάσεων. Η αρχή της εντολής αποτελεί άμεση συνέπεια του γεγονότος πως εξ’ ορισμού οι νόμοι αφορούν όλα τα μέλη της κοινότητας. Με άλλα λόγια: δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ένας νόμος αφορά εμένα προσωπικά με το επιχείρημα ότι δεν πήρα μέρος στη  δημιουργία του. Μη συμμετέχοντας στη λήψη της απόφασης για τη δημιουργία του νόμου, θεωρείται αυτόματα ότι έχω δώσει εντολή σε αυτούς που πήραν τελικά την απόφαση. Χωρίς αυτή την αρχή ο καθένας θα εξαιρούσε τον εαυτό του από την εφαρμογή των νόμων  κατά το δοκούν.

Επομένως, σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, μέσα από την λαϊκή συνέλευση –  από τυπικής έποψης – υπάρχουν πάντα δύο αποφάσεις που πρέπει να παρθούν:

  • Πρώτα λαμβάνεται απόφαση σχετικά με την εντολή: κάθε πολίτης αποφασίζει είτε ότι θα πάρει προσωπικά μέρος στο ‘κατά περίπτωση (ad hoc) κοινοβούλιο’ που θα αποφασίσει σχετικά, είτε ότι θα δώσει εντολή στους συμπολίτες του (το οποίο γίνεται με την μη-συμμετοχή του).
  • Δεύτερον, η λαϊκή συνέλευση αποφασίζει σχετικά με το ζήτημα έπειτα από συζήτηση.”
Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Επίλυση πολιτικών προβλημάτων και εύλογες απορίες

6.Problems - Solutions

Εύλογες, απόλυτα εύλογες (πολιτικές) απορίες ενός συμπολίτη μας.

«Θέλω να απευθυνθώ στους συνομήλικούς μου (10 πάνω, 10 κάτω) και να κάνω μια έκκληση : Είμαστε σε τέτοια ηλικία πλέον , ώστε σ’ ό,τι καταγγελία κάνουμε, σε ό,τι διαμαρτυρία , σ’ ό,τι «κακώς κείμενο» εντοπίζουμε ,πρέπει να υπάρχει κάποιο «διά ταύτα» . Δεν είμαστε μικρά παιδάκια για να μένουμε σε γκρίνιες σε θυμούς και σε κλάματα.

Γιατί πολιτικά φερόμαστε τόσο ανώριμα ενώ στην προσωπική μας ζωή όχι; 

Αν σπάσει , για παράδειγμα, μια σωλήνα της ύδρευσης στο πάτωμα του σπιτιού μας και το πλημμυρίζει , αρκούμαστε στο να καταγγείλουμε το εργοστάσιο που έφτιαξε τις σωλήνες, να θυμώσουμε με τον δήμαρχο που δεν φιλτράρει τα νερά που είναι γεμάτα λάσπη, να σκυλοβρίσουμε τον εργολάβο που έκανε την οικοδομή τόσο κακότεχνα ή πρώτα απ’ όλα να προσπαθήσουμε να επιδιορθώσουμε τη βλάβη ; 

Και δεν έχει σημασία αν τα καταφέρουμε με την πρώτη η την δεύτερη ή την 1000στή προσπάθεια. Σημασία έχει ότι κινούμαστε να λύσουμε το πρόβλημα.

Δεν θα ήταν ανώριμο και καταστροφικό αν μέναμε μόνον στο θυμό και στις βρισιές και δεν κάναμε τίποτε απολύτως να λύσουμε το πρόβλημα; Για να λύσουμε όμως το πρόβλημα πρέπει να πάρουμε αποφάσεις. Ακόμη και τον ποιον υδραυλικό θα καλέσουμε να μας το λύσει είναι μια σημαντική απόφαση που θα την πάρουμε εμείς οι ίδιοι και όχι οι γείτονες.

Γιατί όμως δεν κάνουμε το ίδιο και στην πολιτική; 

Σίγουρα υπάρχουν πολλές απαντήσεις σ’ αυτό το ερώτημα και πολλές ερμηνείες. Δεν έχει σημασία όμως ποια θα διαλέξουμε που να μας ταιριάζει, αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι όπως και στην ατομική μας ζωή έτσι και στην πολιτική πρέπει να κινούμαστε με γνώμονα την λύση και όχι την καταγγελία που μένει καταγγελία

Τι θα απαντούσαμε λοιπόν στην απορία του συμπολίτη μας Δημήτρη Ζαφείρη; Σκεφτείτε το, δώστε την δική σας απάντηση και μοιραστείτε την με εμάς.

Posted in Χωρίς κατηγορία | 3 Σχόλια

Πολιτικές αυταπάτες

03.oxi-5-780x423.jpg
Στον ιστότοπο του Σταύρου Λυγερού αναρτήθηκε μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση του γνωστού δημοσιογράφου και συγγραφέα όσο αφορά την πορεία της χώρας προς το τρίτο μνημόνιο. Πέρα από τις προσωπικές εκτιμήσεις του καθενός από εμάς, το κείμενο του Λυγερού φαίνεται να προσπαθεί να ισορροπήσει σε μία νηφάλια αποτίμηση των γεγονότων χωρίς ακραίες ερμηνείες και αιχμηρές εκφράσεις. Κάνει δηλαδή κάτι το αυτονόητο για ένα (πολιτικό) κείμενο, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συναντάται συχνά στον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα.

Θα σταχυολογήσω κάποια κομμάτια του κειμένου που νομίζω πως έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τα οποία ίσως μας βοηθήσουν να φτάσουμε σε ένα γενικότερο πολιτικό συμπέρασμα.

Ένας αφελής Πρωθυπουργός

Όταν ένα πολιτικό σύστημα έχει αποκοπεί από την κοινωνία, έχει αυτονομηθεί και ορίζει το ίδιο όλες τις πολιτικές διεργασίες, είναι λογικό όσοι το αποτελούν να προσπαθούν – σχεδόν αποκλειστικά – να διατηρήσουν τα προνόμια τους. Η εμπλοκή των πολιτών είναι ουσιαστικά μηδενική στην πολιτική ζωή της χώρας. Έτσι έχουμε φαινόμενα αναρρίχησης στην απόλυτη εξουσία (που απολαμβάνει ο εκάστοτε Έλληνας πρωθυπουργός) ανθρώπων οι οποίοι δεν θα μπορούσαν (λόγω της ίδιας της δομής του πολιτικού συστήματος) να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις μίας τέτοιας θέσης. Έχουμε λοιπόν έναν νεαρό ο οποίος απλά δεν είχε τις προδιαγραφές να κυβερνήσει: «Η τύχη, άλλωστε, τον είχε ευνοήσει σκανδαλωδώς. Από το περιθώριο της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή τον προώθησε εκεί ο προηγούμενος πρόεδρος του κόμματος Αλέκος Αλαβάνος» και « Όταν η κρίση μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ από ένα μικρό τυπικό κόμμα διαμαρτυρίας σε δεύτερο κόμμα (2012) αυτός έγινε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τέλος, οι εκλογές του Ιανουαρίου 2015 του άνοιξαν την πόρτα για την εξουσία». Το πρόβλημα εδώ δεν είναι ο Τσίπρας (όπως αντίστοιχα δεν ήταν οι Σαμαράς, Παπανδρέου, Καραμανλής και Σημίτης και η ανικανότητα – αν όχι δολιότητα – που τους χαρακτηρίζει) αλλά το ίδιο το πολιτικό σύστημα που παράγει τέτοιους πολιτικούς.

Έχουμε λοιπόν πολιτικούς που στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι απλά αφελείς: «Δεν ήταν, όμως, μόνο η ψυχολογική του ανάγκη που τροφοδοτούσε τη μετέωρη αισιοδοξία του. Ήταν και ο ιδιότυπα αφελής ευρωπαϊσμός του. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, το κυρίαρχο ρεύμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, παραλλήλως με την κριτική που ασκούσε, έτρεφε μία εξιδανικευμένη εικόνα για τον τρόπο που λειτουργεί η ΕΕ.», όπως επίσης «…..αυτός και οι αρμόδιοι υπουργοί του περιορίσθηκαν σε προφορικές υποσχέσεις του Μάριο Ντράγκι και δεν απαίτησαν γραπτή δέσμευση του Eurogroup για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας»  και «….. αντανακλούσαν και δικές τους αυταπάτες. Ήταν αποκαλυπτική η ομολογία του Τσίπρα στη Βουλή πως το σχέδιο συμφωνίας που του είχε παραδώσει ο Γιούνκερ στα μέσα Ιουνίου 2015 ήταν γι’ αυτόν μία δυσάρεστη έκπληξη».

Πλήρης υποταγή και διέξοδο (;) στο δημοψήφισμα

Όταν ο Τσίπρας συνειδητοποίησε πως η πολιτική σε αυτό το επίπεδο είναι κυριολεκτικά πόλεμος και πως όλους αυτούς τους μήνες ήταν εκτός πραγματικότητας, αποφάσισε να παίξει το χαρτί του δημοψηφίσματος. Όχι φυσικά για να δώσει τον λόγο στους μόνους καθ’ ύλην αρμόδιους, δηλαδή τους Έλληνες πολίτες, αλλά για να χρησιμοποιήσει το ΟΧΙ ως διαπραγματευτικό χαρτί. Ένα χαρτί που στην συνέχεια έγινε φανερό πως δεν ήθελε να παίξει: «Όταν διαπίστωσε ότι η άλλη πλευρά δεν μετακινείται στο ελάχιστο και βρέθηκε αντιμέτωπος με την επώδυνη πρόταση-τελεσίγραφο του Γιούνκερ, ο πρωθυπουργός έφθασε στα όριά του. Μην έχοντας ούτε χρόνο ούτε εναλλακτικές λύσεις, κατέφυγε στην προκήρυξη του δημοψηφίσματος, ελπίζοντας ότι η επικράτηση του ΟΧΙ θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση του. Κι αυτό παρότι τα μηνύματα που δημοσίως έστελνε το ευρωιερατείο στην Αθήνα ήταν κατά ριπάς και πανομοιότυπα: Εάν δεν αποδεχθεί το σχέδιο των δανειστών η Ελλάδα θα αφεθεί να χρεοκοπήσει».

Και τώρα τι;

Το κείμενο του Λυγερού έχει ακόμα πολλά ενδιαφέροντα σημεία. Το μόνο σίγουρο – για όσους θέλουν να δουν χωρίς παρωπίδες – είναι ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική κατοχή. Έχουμε φτάσει στο σημείο να μην εκλέγουμε κυβερνήσεις αλλά υπαλλήλους των δανειστών μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε την τελευταία ελπίδα αντίδρασης εντός του υφιστάμενου και βαθύτατα αντι-δημοκρατικού πολιτικού μας συστήματος. Ό,τι ζούμε από τον Ιανουάριο του 2015 ως και σήμερα αποδεικνύει με απόλυτο τρόπο πως με το αυτό το πολιτικό σύστημα δεν έχουμε καμία ελπίδα. Το πρόβλημα της χώρας είναι πρώτα από όλα πολιτικό και τον όνομα του είναι έλλειμμα δημοκρατίας. Χωρίς την επανεφεύρεση της δημοκρατίας δεν έχουμε καμία απολύτως τύχη. Το πρώτο απαραίτητο βήμα βρίσκεται εδώ. Διαβάστε, σκεφτείτε και υποστηρίξτε το.

Βουρλής Πέτρος

 

 

 

 

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Δημοσκόπηση: τέσσερεις στους πέντε Έλληνες υπέρ των Δημοψηφισμάτων

2

Η εταιρεία “aboutpeople” διενήργησε δημοσκόπηση τον Ιούνιο του 2017 με αφορμή τα δύο χρόνια από το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015. Η δημοσκόπηση έγινε για λογαριασμό της δωρεάν εφημερίδας “Athens Voice” και έγινε σε 601 άτομα. Η δημοσίευση (εδώ) δεν παρουσιάζει περισσότερα δημογραφικά στοιχεία του δείγματος, ούτε πόσοι ήταν αυτοί που αρνήθηκαν να απαντήσουν, ένα σημαντικό στοιχείο για τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.

Η πρώτη ερώτηση αφορούσε την άποψη των συμμετεχόντων γενικά για τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για “σημαντικά ζητήματα που αφορούν την πορεία της χώρας”. Οι απαντήσεις ομαδοποιήθηκαν σε 3 κατηγορίες: Υπέρ (“Υπέρ” και “Μάλλον υπέρ”), Κατά (“Κατά” και “Μάλλον κατά”) και ΔΓ/ΔΑ. “Υπέρ” της διεξαγωγής δημοψηφισμάτων ήταν συνολικά το 79.3% των ερωτηθέντων, ενώ “Κατά” το 20,6%. Δεν απάντησε μόλις το 1.6%, ποσοστό τόσο μικρό που δείχνει ότι η κοινή γνώμη έχει διαμορφωμένη άποψη για την αναγκαιότητα διεξαγωγής δημοψηφισμάτων.

Είναι εντυπωσιακό επίσης, ότι στις υποκατηγόριες γυναίκες/άνδρες και Αττική/Περιφέρεια, υπέρ των δημοψηφισμάτων βρίσκεται σταθερά ένα 78-80%, με μικρές διαφοροποιήσεις μεταξύ όσων είναι βεβαίως και μάλλον υπέρ. Στις ηλικιακές υποκατηγορίες, όσοι είναι 55 ετών και άνω έχουν το χαμηλότερο συνολικό ποσοστό   “υπέρ”, ωστόσο παραμένει κοντά στο 68%, ενώ στις άλλες δύο κατηγορίες 18-34 και 35-54 ετών, το ποσοστό εκτοξεύεται στο 85%. Ειδικά δε, οι ερωτηθέντες με ηλικίες 35-54 έτη εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό όλων των υποκατηγοριών που είναι ανεπιφύλακτα υπέρ των δημοψηφισμάτων με ποσοστό 66%. Πρακτικά σημαίνει ότι 2 στους 3 πολίτες των πιο παραγωγικών και δυναμικών ίσως στρωμάτων του πληθυσμού τάσσονται ανεπιφύλακτα υπέρ των δημοψηφισμάτων.

Ως προς τα υπόλοιπα τρία ερωτήματα, το 56% πιστεύουν ότι “κακώς” έγινε το δημοψήφισμα του 2015 έναντι του 34% που απάντησε “καλώς” (πάλι οι πολίτες 35-54 ετών ήταν περισσότερο θετικοί σε ποσοστό 40%), το οποίο εν μέρει εξηγείται από το ότι περίπου οι μισοί πολίτες (51.4%) πιστεύουν ότι μάλλον έβλαψε τη χώρα, 38% ότι ούτε έβλαψε, ούτε ωφέλησε και μόλις 7.3% ότι μάλλον την ωφέλησε. Τέλος, στην ερώτηση εάν είναι υπέρ της Ε.Ε., “ναι” απάντησαν το 62% των ερωτηθέντων, μειωμένο από το 70.3% του Ιανουαρίου του 2016.

Το δημοσκοπικό ερώτημα για τα δημοψηφίσματα είναι ασαφές, οπότε είναι δύσκολο να εξαχθούν συμπεράσματα σε βάθος. Η λέξη “δημοψήφισμα”, ως γνωστόν, έχει σύνθετο περιεχόμενο στα ελληνικά καθώς καλύπτει και τα δημοψηφίσματα που διενεργούν η Πολιτική και Πολιτειακή ηγεσία (plebiscite – όπως, π.χ. το δημοψήφισμα του Ιουλίου ’15) και τα δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών (referendum) οπότε δεν γνωρίζουμε εάν οι πολίτες θέλουν να επιλέγουν οι ίδιοι πότε και για ποιά θέματα θα ερωτηθούν. Επίσης είναι άγνωστο εάν οι πολίτες επιθυμούν δημοψηφίσματα με δεσμευτικό αποτέλεσμα ή απλώς συμβουλευτικό, ή τι πιστεύουν για τα δημοψηφίσματα επί οικονομικών θεμάτων, κάτι που συνήθως είναι αντικείμενο έντονης διχογνωμίας. Οι λεπτομέρειες αυτές, θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει τις προτιμήσεις σε επιμέρους ζητήματα αλλά θα αποσαφήνιζαν επίσης τι ακριβώς ζητούν οι πολίτες.

Ένα όμως είναι βέβαιο. Ακόμη κι αν είναι ασαφές μέχρι ποιού σημείου θα φτάνει η παρέμβασή τους, οι πολίτες ζητούν [ή καλύτερα, ΑΠΑΙΤΟΥΝ, με το συντριπτικό 80%] να έχουν λόγο για αποφάσεις που λαμβάνονται σε σημαντικά ζητήματα. Είναι ασαφές το τι ακριβώς σημαίνει “σημαντικά ζητήματα” και ποιός το αποφασίζει κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να αποσαφηνιστεί μέσα από δημόσιο διάλογο. Λογικά, θα μπορούσε να αρχίσει από τα υποχρεωτικά (Συνταγματικά) δημοψηφίσματα για προκαθορισμένα θέματα όπως, π.χ. Συνταγματικές Αναθεωρήσεις ή κύρωση διεθνών συμφωνιών.

Επιπλέον, πρέπει να σταθούμε σε ακόμη ένα σημείο της δημοσκόπησης. Αν και πάλι δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες, παρά τη μεγάλη υποστήριξη στα δημοψηφίσματα για “σημαντικά” θέματα, οι πολίτες πιστεύουν με οριακή αλλά σαφή πλειοψηφία, ότι κακώς έγινε το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Με δεδομένο ότι αφορούσε ένα σημαντικότατο ζήτημα, μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι οι πολλοί πολίτες λένε “κακώς” επειδή η ποιότητα του δημοψηφίσματος ήταν χαμηλή (μικρή περίοδος διαβούλευσης, ασαφές ερώτημα, αμφιλεγόμενη υλοποίηση της απόφασης) και επειδή δεν επαναλήφθηκε μετά τη νέα “βελτιωμένη”(;) συμφωνία με τους δανειστές. Αυτό όμως αποδεικνύει, αφενός ότι παρά την αρνητική εμπειρία του 2015 οι πολίτες γνωρίζουν ότι υπάρχουν δυνατότητες για πολύ καλύτερη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων, αφετέρου δε, ότι η θετική άποψη για τα δημοψηφίσματα δεν αλλοιώνει την κριτική τους στάση απέναντι στο δημοψήφισμα του Ιουλίου. Το σημείο αυτό είναι μία σαφέστατη ένδειξη της ωριμότητας των πολιτών, παρά τις περί του αντιθέτου, ολιγαρχικού τύπου, κινδυνολογίες.

Κλείνοντας, το μήνυμα που μένει από τη δημοσκόπηση είναι ότι παρά την αρνητική εμπειρία του Ιουλίου του 2015 οι πολίτες εκδηλώνουν με συντριπτικό ποσοστό την εμπιστοσύνη τους στο θεσμό και τη βούληση τους να ενταχθεί στο πολιτικό μας σύστημα. Ακόμη πιο ενθαρρυντικό είναι ότι η υποστήριξη των δυναμικών τμημάτων της κοινωνίας είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ακούνε άραγε οι “Αντιπρόσωποι” μας;

Χρίστος Δαγρές

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο

Δύο χρόνια «πραξικόπημα»

coup

Σήμερα συμπληρώνονται δύο χρόνια από την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος του 2015. Πιστεύουμε πως είναι χρήσιμο να κάνουμε μια μικρή ανακεφαλαίωση και να θυμηθούμε τι συνέβη τις πολιτικά «καυτές» εκείνες ημέρες.

Μετά από 40 περίπου χρόνια και για πρώτη φορά επί συγκεκριμένου θέματος κληθήκαμε να αποφασίσουμε εμείς, ως Έλληνες πολίτες, και όχι οι «αντιπρόσωποι» μας. Ήταν, δυστυχώς, ένα δημοψήφισμα «από επάνω» (plebiscite) και όχι ένα δημοψήφισμα το οποίο προκλήθηκε από τους πολίτες με συλλογή υπογραφών (referendum). Παρόλα αυτά ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να δούμε τόσο το ποια ήταν η λαϊκή βούληση όσο αφορά τα προγράμματα λιτότητας, όσο και το πως λειτουργεί ο θεσμός των δημοψηφισμάτων, ακόμα και σε αυτή την δημοκρατικά αποδυναμωμένη και ανεπιθύμητη (με απόλυτα κριτήρια) μορφή του κρατικού (στην συγκεκριμένη περίπτωση κυβερνητικού) δημοψηφίσματος. Ας τα δούμε λοιπόν.

Επιθυμούσαν οι Έλληνες τις πολιτικές λιτότητας;

Η απάντηση είναι απλά ΟΧΙ. Μετά από πέντε χρόνια λιτότητας, με την κυβέρνηση να μην πιστεύει στο ΟΧΙ το οποίο υποστήριζε, σύσσωμη την αντιπολίτευση να μην επιθυμεί το δημοψήφισμα, τους εταίρους μας να δείχνουν ξεκάθαρα τον εκνευρισμό τους και την αντιδημοκρατικότητα τους φτάνοντας στο σημείο να κλείσουν ακόμα και τις τράπεζες, και τα ΜΜΕ να τρομοκρατούν χωρίς καμία αιδώ, οι Έλληνες πολίτες είπαν ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο ΟΧΙ.

Πως λειτουργεί ο θεσμός των δημοψηφισμάτων;

Πολλοί θα ισχυριστούν πως το δημοψήφισμα απέτυχε αφού στην συνέχεια ο Τσίπρας ακύρωσε το αποτέλεσμα του. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Αν σπάσουμε το θερμόμετρο επειδή έδειξε πως έχουμε υψηλό πυρετό αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως το θερμόμετρο απέτυχε να κάνει αυτό για το οποίο είναι σχεδιασμένο. Ο Ρουσσώ έχει γράψει για τις λαϊκές συνελεύσεις – έναν άλλο θεσμό της (άμεσης) δημοκρατίας – πως η κύρια λειτουργία τους είναι η ανάδειξη της λαϊκής βούλησης, αυτό ακριβώς ισχύει και για το δημοψήφισμα. Το δημοψήφισμα έκανε ακριβώς αυτό για το οποίο είναι σχεδιασμένο, ανέδειξε την λαϊκή βούληση και ως εκ τούτου ήταν απόλυτα επιτυχημένο.

Ένα άλλο σημαντικό – κατά πολλούς μακροχρόνια το σημαντικότερο – στοιχείο τόσο των λαϊκών συνελεύσεων όσο και των δημοψηφισμάτων είναι η (εκ-) παιδευτική τους λειτουργία. Η πραγματική δημοκρατία (αυτή που ΔΕΝ έχουμε) είναι ένα συνεχές σχολείο για όλους τους πολίτες και σε αυτό το σχολείο τα δημοψηφίσματα (ιδανικά ΜΟΝΟ πρωτοβουλίας πολιτών) είναι ένας από τους σπουδαιότερους «δασκάλους». Πως όμως μπορεί να λειτουργήσει εκπαιδευτικά ένα δημοψήφισμα όταν έχουμε μόνο μία εβδομάδα να ενημερωθούμε, συζητήσουμε, σκεφτούμε και τέλος αποφασίσουμε; Γενικά αυτό είναι αλήθεια. Χρειαζόμαστε χρόνο για όλα τα παραπάνω και αυτό είναι το μοναδικό μειονέκτημα (αν είναι πράγματι μειονέκτημα) της δημοκρατίας, οι διαδικασίες της είναι και πρέπει να είναι αργές. Βέβαια, στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν ισχύει απόλυτα. Οι Έλληνες συζητούσαν για τουλάχιστον 5 χρόνια τις πολιτικές λιτότητας, δεν ήταν κάτι νέο για αυτούς, είχαν αποκρυσταλλώσει το τι ήθελαν και αυτό αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα από το αποτέλεσμα αν θυμηθούμε ξανά το απαράδεκτο κλίμα τρομοκρατίας που είχε δημιουργηθεί από την πολιτική (και όχι) μόνο ελίτ.

Μία άλλη τρομερά μεγάλη δύναμη του θεσμού είναι η ικανότητα του να «ξεσκεπάζει»  τους πάντες και τα πάντα. Εδώ το διακύβευμα δεν είναι γενικό όπως είναι στις εκλογές. Δεν διαλέγουμε (το μη χείρον βέλτιστο) κυβερνητικό σχήμα. Επιλέγουμε για ένα συγκεκριμένο θέμα με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ και πρέπει όλοι να πάρουν μία ξεκάθαρη θέση. Οι ομηρικοί καυγάδες στα τηλεοπτικά πάνελ, η μεροληπτική σε κακουργηματικό βαθμό παρουσίαση θέσεων και συγκεντρώσεων από τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ, η χρησιμοποίηση πολιτικά νεκρών ατόμων υπέρ του ΝΑΙ, η εναντίωση του συνόλου της αντιπολίτευσης στην πρόταση διεξαγωγής δημοψηφίσματος, η άρνηση του αποτελέσματος από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο την αμέσως επόμενη ημέρα, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία στον οποιονδήποτε στοιχειωδώς αντικειμενικό πολίτη για το προβληματικό και βαθύτατα αντιδημοκρατικό πολιτικό μας σύστημα. Τι ποιο σημαντικό θα μπορούσε να αναδείξει το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015;

Άλλα συμπεράσματα και σκέψεις

Τα κρατικά δημοψηφίσματα (δημοψηφίσματα από επάνω ή plebiscites) δεν είναι εργαλεία της (άμεσης) δημοκρατίας. Παρόλα αυτά, ακόμα και αυτά είναι συνήθως ανεπιθύμητα από τις πολιτικές ελίτ αφού συχνά τα αποτελέσματα τους δεν είναι αυτά που επιθυμούν. Το ελληνικό παράδειγμα είναι η επιτομή της παραπάνω πρότασης. Μία κυβέρνηση (ή μάλλον ένας πρωθυπουργός) που ήταν έτοιμη να παραδοθεί άνευ όρων επέλεξε να παίξει με την φωτιά και φυσικά κάηκε. Το ΟΧΙ, το οποίο με τόσο θράσος έλεγαν ότι υποστηρίζουν, ήταν κατά πολύ ηχηρότερο από αυτό το οποίο πίστευαν και τους ανάγκασε να αποκαλύψουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια τόσο των Ελλήνων όσο και του υπόλοιπου κόσμου της βαθύτατη και ντροπιαστική για όλους μας αντιδημοκρατικότητα τους.  Πλέον ήταν φανερό σε όλους πως «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας».

Τα τέσσερα (1,2,3 και 4) μικρά ντοκιμαντέρ με τίτλο This is a coup (Αυτό είναι ένα πραξικόπημα) περιγράφουν με ακρίβεια ό,τι ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε τα τελευταία χρόνια. Μια υποχώρηση του κοινοβουλευτισμού απέναντι στο «αόρατο χέρι των αγορών», μία μεταδημοκρατία που στην πραγματικότητα αποτελεί ένα συγκεκαλλυμένο πραξικόπημα. Για άλλη μια φορά η Γερμανία οδηγεί την Ευρώπη σε σκοτεινές εποχές με τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να δέχονται μοιρολατρικά την απαξίωση του κοινοβουλευτισμού και της φιλελεύθερης «δημοκρατίας». Και πάλι οι πολιτικές ελίτ προτιμούν να αφήσουν τους πολίτες εκτός του πολιτικού γίγνεσθαι στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν τα προνόμια τους. Η Ευρώπη ξαναζεί δυσοίωνες περιόδους του 20ου αιώνα με μόνη εξαίρεση, και πάλι, ένα μικρό περίκλειστο και μοναδικά δημοκρατικό κράτος.

Εν τέλει, γίνεται φανερό πως ο μόνος λογικός και ουσιαστικός δρόμος για μία ελεύθερη Ελλάδα είναι μία σταθερή πορεία προς την δημοκρατία. Σε μία τέτοια πορεία ο σημαντικότερος στόχος δεν μπορεί παρά να είναι τα δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Προς τελειόφοιτους

5.HeirarchyOfNeeds_small

Η ομιλία ενός συμπολίτη και συναγωνιστή μας προς τους πρώην μαθητές του.

«Αγαπητοί πρώην μαθητές μετράτε ήδη κάποιες μέρες ως ενήλικα μέλη της κοινωνίας μας. Επιτρέψτε μου όμως να σας απευθυνθώ για μια τελευταία φορά με διδακτικό ύφος.

Το κείμενο που θα σας διαβάσω αναφέρεται στο κεντρικό ερώτημα κάθε ανθρώπου “τι να κάνω με την ζωή μου; πώς θα είμαι ευτυχής;” και βασίζεται σε μερικές ιδέες που αναπτύσσονται σε ένα, υπό έκδοση στα ελληνικά, βιβλίο δύο φλαμανδόφωνων συγγραφέων, των Βέρχαλστ (Verhulst) και Νίτζμπόερ (Nijeboer) [σ.σ. σε ηλεκτρονική μορφή εδώ].

Χωρίς ψυχική συμμετοχή και ενεργό ανάμειξη στη κοινωνική ζωή είμαστε τόσο ελεύθεροι όσο και ένας αστροναύτης που περιστρέφεται γύρω από το κέντρο μάζας του. Θυμηθείτε την αρχή διατήρησης της ορμής που σας δίδαξα στο μάθημα. Ο αστροναύτης δεν μπορεί ν’ αλλάξει την θέση του στο χώρο, αφού κάθε σύνδεσή του με τον περιβάλλοντα κόσμο έχει εξαλειφθεί.

Είμαστε ελεύθεροι λοιπόν, μόνο όταν είμαστε συνδεδεμένοι και μετέχοντες στον κόσμο γύρω μας. Και είναι σημαντική η ελευθερία αφού είναι προϋπόθεση της ευτυχίας.

Στο ζήτημα της ευτυχίας όμως θα επανέλθουμε αφού πρώτα παρουσιάσουμε εν συντομία τη θεωρία του Αμερικανού ψυχολόγου Αμπραάμ Μάσλοου για τις ανάγκες των ανθρώπων και τα συνεπαγόμενα κίνητρά τους.

Υπάρχει μία ιεραρχία ανθρωπίνων αναγκών και επιθυμιών. Κατ’ αρχήν είναι οι βασικές ανάγκες, που ικανοποιούνται μέσω του εξωτερικού κόσμου και στη συνέχεια η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση, η οποία εκπληρώνεται μέσω εσώτερης δραστηριότητας.
Ο Μάσλοου διακρίνει μεταξύ των ακόλουθων βασικών αναγκών:

1ον Φυσιολογικές ανάγκες

Η ανάγκη για τροφή, νερό, φως κλπ. Όσο αυτές οι ανάγκες δεν καλύπτονται, κυριαρχούν. Αλλά από τη στιγμή που θα ικανοποιηθούν, έρχονται στην επιφάνεια άλλες ανάγκες.

2ον Ανάγκες ασφάλειας

Κάποιος που κατατρύχεται από πείνα και δίψα δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το μέλλον. Θέλει να φάει και να πιει, τώρα. Αλλά από τη στιγμή που η άμεση αυτή ανάγκη έχει ικανοποιηθεί, αρχίζει να ενδιαφέρεται για την ικανοποίηση της και στο μέλλον. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη για τάξη, για μια ορισμένη ρουτίνα καθώς και για την απουσία απρόβλεπτων απειλών. Τα παιδιά νοιώθουν ιδιαίτερα έντονα αυτή την ανάγκη για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο ζωής, στο οποίο νιώθουν ασφαλή και προστατευμένα.

3ον Οι ανάγκες για ανήκειν και για αγάπη

«Εάν τόσο οι φυσιολογικές ανάγκες όσο και αυτές της ασφάλειας ικανοποιούνται επαρκώς, τότε θα αναδυθούν οι ανάγκες της αγάπης, της στοργής και της εκτίμησης (…) το άτομο θα αισθανθεί έντονα, την απουσία φίλων, ή του αγαπημένου συντρόφου, της συζύγου, ή των παιδιών. Θα λαχταρά για μια θέση στην ομάδα του και θα προσπαθήσει πολύ για να πετύχει αυτόν τον στόχο.»

4ον Ανάγκες εκτίμησης (αναγνώριση από τους άλλους και αυτό-εκτίμηση)

Έχοντας ικανοποιήσει την ανάγκη μας για ανήκειν και αγάπη θα αποζητήσουμε μια ευρύτερη κοινωνική ένταξη, που θα μας εξασφαλίζει ότι θα μπορούμε να διατηρούμε τέτοιες σχέσεις και στο μέλλον.

Η ανάγκη για γνώση και κατανόηση του κόσμου πρέπει να θεωρηθεί λογικά ως η πέμπτη βασική ανάγκη. Αναδύεται πλήρως και σε μέγιστη ένταση, όταν οι ανάγκες για στοργή και κοινωνική διασύνδεση έχουν καλυφθεί έστω και μερικά.

Η μετά-ανάγκη: η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση

Χρειαζόμαστε τροφή κάθε ημέρα, αλλά όσο η εύρεση τροφής δεν αποτελεί πρόβλημα, η πείνα δεν θα αποτελεί σημαντικό κίνητρο δράσης.

Οι βασικές ανάγκες μπορούν όντως να καλυφθούν πλήρως μιας και δεν είναι ανεξάντλητες. Τότε ένα άτομο που αναπτύσσεται κανονικά δεν σταματά. Νοιώθει μία νέα ανάγκη: την επιθυμία να αξιοποιήσει τις κλίσεις και τα ταλέντα του. Η σχέση με τον έξω κόσμο τώρα αντιστρέφεται. Όσο διάστημα οι βασικές ανάγκες λειτουργούν ως παρακινητές, ο έξω κόσμος υφίσταται ως μέσο ικανοποίησης αυτών των αναγκών. Όταν η μετά-ανάγκη της αυτοπραγμάτωσης γίνεται η βασική κινητήριος δύναμη, οι ίδιοι άνθρωποι συμβάλουν στην κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας πλέον.

Ένα από τα καταπληκτικότερα χαρακτηριστικά αυτών των ανθρώπων, στους οποίους δίνει έμφαση ο Μάσλοου, είναι η ‘δημοκρατική χαρακτηροδομή τους’. «Όλα μου τα υποκείμενα έρευνας, γράφει, μπορούν να θεωρηθούν χωρίς εξαίρεση δημοκρατικοί άνθρωποι με την βαθύτερη δυνατή έννοια. Μπορούν να είναι και είναι, φιλικοί με τον καθένα που έχει ανάλογο χαρακτήρα, ανεξαρτήτως τάξης, εκπαίδευσης, πολιτικών πεποιθήσεων, φυλής ή χρώματος. Το δημοκρατικό τους αίσθημα πηγαίνει ακόμη πιο βαθιά. Για παράδειγμα, θεωρούν δυνατό να μάθουν από τον καθένα που έχει κάτι να τους διδάξει, ανεξάρτητα από το τι άλλα χαρακτηριστικά μπορεί να έχει. Έχουν επίγνωση του πόσα λίγα γνωρίζουν οι ίδιοι σε σύγκριση με το τι θα έπρεπε να ξέρουν ή το τι γνωρίζουν άλλοι. Για αυτό τον λόγο μπορούν χωρίς καμία πόζα να δείχνουν γνήσιο σεβασμό ακόμη και ταπεινοφροσύνη, έναντι αυτών που μπορούν να τους διδάξουν κάτι που δεν γνωρίζουν, ή που κατέχουν μια δεξιότητα που εκείνοι δεν έχουν.»

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο θέμα “ευτυχία”.

Ο Αριστοτέλης έδωσε έναν από τους παλαιότερους ορισμούς για την ευτυχία στα Ηθικά Νικομάχεια. Αναρωτήθηκε μήπως υπάρχει ένας ύψιστος, έσχατος στόχος πίσω από όλες τις ενδιάμεσες επιδιώξεις των ανθρώπων όπως π.χ. τα χρήματα και τα πλούτη. Για τον Αριστοτέλη, ο έσχατος σκοπός είναι η ευτυχία, η ευδαιμονία. Σε τι συνίσταται λοιπόν, η ευτυχία; Εξαιτίας του ότι οι άνθρωποι είναι κοινωνικά και ηθικά όντα, ο Αριστοτέλης καταλήγει στον ορισμό της ευτυχίας ως «…μία δραστηριότητα της ψυχής σε αρμονία με την αρετή». Οι ενάρετες πράξεις σε τελευταία ανάλυση πηγάζουν πάντοτε από κάποια μορφή προθυμίας να βοηθήσουμε τους άλλους. Η πραγματική μας σύνδεση με ‘τον άλλο’ είναι η ευτυχία μας. Η ευτυχία του ολοκληρωμένου ανθρώπου συνίσταται στην προθυμία του να προσφέρει βοήθεια (αυτή είναι η ‘αρετή’ για τον Αριστοτέλη).

Ο Αριστοτέλης έχει δίκιο στην σύλληψη του για την ευδαιμονία, άσχετα με το πόσο ιδεαλιστική και ουτοπική μπορεί να φαίνεται η άποψή του εκ πρώτης όψεως. Υπάρχουν μάλλον δύο λόγοι που εξηγούν γιατί οι ιδέες του Αριστοτέλη για την ευδαιμονία δεν γίνονται γενικά αποδεκτές.

Από την μία, στον βαθμό που οι βασικές ανάγκες δύσκολα ικανοποιούνται, η απόλαυση που προκύπτει τελικά από την ικανοποίηση αυτών των βασικών αναγκών μπορεί να βιωθεί ως υποκατάστατο της πραγματικής ευτυχίας. Η ανθρώπινη ευτυχία όμως έχει ελάχιστη σχέση με το κυνήγι της ηδονής, σε αντίθεση με ό,τι η διαφήμιση επιδιώκει να μας κάνει να πιστέψουμε. Το να είσαι ευτυχισμένος σημαίνει να μπορείς να είσαι δημιουργικός και αλληλέγγυος.

Από την άλλη, υπάρχει επίσης η πραγματικότητα του κακού. Ο Αριστοτέλης γνώριζε για το κακό. Η ύπαρξη του κακού απαιτεί θάρρος. Και δεν είναι θάρρος, αλλά δειλία η αποφυγή της αντιπαράθεσης με μια ιδέα που θεωρείς λανθασμένη. Τέτοιες ιδέες μπορούν να νικηθούν μόνο σε ανοιχτό διάλογο, σε μία διαμάχη ιδεών. Αυτοί που αποφεύγουν την διαμάχη αυτή και επιδιώκουν αντιθέτως να εξασφαλίσουν τη νίκη μέσω επίδειξης πυγμής και άλλων πλάγιων τρόπων, το μόνο που πετυχαίνουν μακροπρόθεσμα είναι η ενίσχυση των κακόβουλων δυνάμεων στην κοινωνία. Μία κουλτούρα στην οποία γίνεται αποδεκτή η χρήση ισχύος από ένα άτομο επί ενός άλλου, είναι ο φυσικός βιότοπος του κακού. Το πραγματικό θάρρος δε συνίσταται στην αναμέτρηση με τις ιδέες που θεωρούνται λαθεμένες ή βλαπτικές μέσω της άσκησης δύναμης αλλά μέσω της διεξαγωγής ανοιχτών αντιπαραθέσεων ιδεών. Αντιπαλεύοντας το κακό, το θάρρος μάχεται για μια κοινωνία στην οποία ικανοποιείται η ανθρώπινη επιθυμία για ισχυρή και πραγματική συμμετοχή.

Αγαπητοί τελειόφοιτοι το συμπέρασμα – συμβουλή μου είναι το εξής:
Ν α   ε μ π λ έ κ ε σ τ ε !

Σας ευχαριστώ.»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged , | Σχολιάστε

Επαγγελματίες πολιτικοί ή ενεργοί πολίτες;

children-tv.jpg

«Ο κόσμος που παρουσιάζεται από την τηλεόραση είναι ένας κόσμος πέρα από τα όρια ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Με αυτή την αίσθηση συνδέεται και η εντύπωση πως η πολιτική ανήκει στους επαγγελματίες, πως είναι κάτι σαν ένα έντονα ανταγωνιστικό άθλημα, με ξεκάθαρα όρια μεταξύ των αθλητών και των θεατών. Ειδικά μεταξύ όσων είναι ουσιαστικά απολιτικοί, αυτή η θέαση του κόσμου ευνοεί την μοιρολατρία και την αποσύνδεση από κάθε τι πολιτικό, κάτι το οποίο εμφανώς ευνοεί την καθεστηκυία τάξη

Από το βιβλίο του Πιερ Μπουρντιέ, Για την τηλεόραση.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε