β.Έλλειψη αίσθησης ευθύνης

responsibility.jpg

Εκτός από μη ικανοί, είμαστε και ανεύθυνοι! Αυτός μας λέει η πολιτική ελίτ αλλά και ο «πνευματικός» κόσμος της χώρας. Ας δούμε τι απαντούν οι Verhulst και Nijeboer, χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία και όχι κάνοντας υποθέσεις, στο πραγματικά καταπληκτικό τους βιβλίο (δωρεάν στα Αγγλικά εδώ).

«Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, οι πολίτες θα εγκρίνουν κυρίως προτάσεις οι οποίες θα εξυπηρετούν μόνο τα προσωπικά τους συμφέροντα, επιδεικνύοντας ανευθυνότητα έναντι του συνόλου της κοινότητάς τους ή της κοινωνίας συνολικά, με καταστροφικές συνέπειες. Για παράδειγμα, θα ψηφίσουν υπέρ της κατάργησης των φόρων και την ίδια στιγμή υπέρ της αύξησης των δημοσίων δαπανών.

Στην πραγματικότητα, από οικονομική σκοπιά, οι πολίτες είναι περισσότερο υπεύθυνοι από τους πολιτικούς. Για παράδειγμα, τα τεράστια δημόσια χρέη που υφίστανται τώρα στις περισσότερες Δυτικές χώρες συσσωρεύθηκαν σταδιακά ενάντια στις επιθυμίες των πολιτών. Έρευνες που διεξήχθησαν σε διαδοχικές γενεές στην Γερμανία και στις Η.Π.Α. δείχνουν πως μία σταθερή πλειοψηφία δύο τρίτων του πληθυσμού είναι υπέρ ενός κρατικού προϋπολογισμού που παραμένει ισοσκελισμένος ακόμα και σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα (‘ισοσκελισμένος προϋπολογισμός’ von Weizsӓcker, 1992). Επομένως, η συσσώρευση ενός υπέρογκου χρέους είναι το αποτέλεσμα μίας πολιτικής αντίθετης στις επιθυμίες της πλειοψηφίας. Επιπλέον, οι πολίτες είναι απρόθυμοι  να επιβαρυνθούν με μέτρα που θα απαιτούνταν για τη μείωση τέτοιων υπέρογκων χρεών (Blinder και Bagwell, 1988 και Tabellini και Alesina, 1990).

Η έρευνα έχει δείξει ότι η συσσώρευση κρατικού ελλείμματος είναι στενά συνδεδεμένη με την λειτουργία των κομμάτων μέσα στο πολιτικό σύστημα μίας χώρας. Ιδού μερικές εμπειρικές παρατηρήσεις:

  • Όσο μεγαλύτερη είναι η πόλωση εντός ενός πολυκομματικού συνασπισμού, τόσο μεγαλύτερη είναι η τάση συσσώρευσης χρέους
  • Όσο πιθανότερη είναι η ήττα στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση για μία κυβέρνηση τόσο μεγαλύτερη είναι η συσσώρευση χρέους
  • Όσο μικρότερος είναι ο μέσος χρόνος παραμονής μίας κυβέρνησης στην εξουσία τόσο μεγαλύτερο είναι το συσσωρευμένο χρέος
  • Όσο περισσότεροι είναι οι κυβερνητικοί εταίροι τόσο μεγαλώνει η τάση συσσώρευσης χρεών.

(Συγκρίνετε με Roubini και Sachs, η έρευνα των οποίων αφορά στις χώρες του ΟΟΣΑ για την περίοδο 1960 έως 1985. Άλλες αναφορές σε von Weizsӓcker 1992).

Οι παραπάνω παρατηρήσεις καταδεικνύουν ότι η βραχυπρόθεσμη λογική των πολιτικών ελίτ παίζει καθοριστικό ρόλο στη συσσώρευση του εθνικού χρέους. Ας το πούμε απλά, το χρέος δημιουργείται προκειμένου να εξαγορασθούν ψήφοι. Για τον λόγο αυτόν ο Von Weizsӓcker (1992) υποστηρίζει την καθιέρωση υποχρεωτικού δημοψηφίσματος πριν την ανάληψη νέου δημοσίου χρέους.

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει στο κεφάλαιο 5, οι Φέλντ και Ματσουσάκα (Feld / Matsusaka, 2003) εξέτασαν τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων σε δημοψηφίσματα σχετικά με δημόσιες δαπάνες στην Ελβετία. Σε αρκετά καντόνια οι δημόσιες δαπάνες υπόκεινται σε υποχρεωτικά ‘οικονομικά δημοψηφίσματα’. Κάθε επιμέρους δαπάνη του δημόσιου τομέα πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσό (ο μέσος όρος για αυτό είναι 2,5 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα) πρέπει να εγκριθεί ξεχωριστά μέσω δημοψηφίσματος. Οι Φέλντ και Ματσουσάκα διαπίστωσαν ότι στα καντόνια που χρησιμοποιείται το συγκεκριμένο υποχρεωτικό δημοψήφισμα, οι δαπάνες είναι κατά  19% μικρότερες σε σχέση με τα καντόνια στα οποία ο παραπάνω τύπος δημοψηφίσματος δεν προβλέπεται (τα στοιχεία αναφέρονται στην περίοδο 1980 έως 1998).

Ο Ματσουσάκα εξέτασε την επίδραση παρόμοιων θεσμών στις πολιτείες των Η.Π.Α., μέσω της συστηματικής ανάλυσης όλων των διαθέσιμων δεδομένων για ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Οι πολιτείες στις οποίες είναι θεσμοθετημένες οι πρωτοβουλίες πολιτών φαίνεται να δαπανούν 4% λιγότερο σε πολιτειακό επίπεδο από ότι οι πολιτείες στις οποίες ο θεσμός δεν υφίσταται. Επιπλέον, όσο πιο εύκολη είναι η προκήρυξη μιας πρωτοβουλίας πολιτών, τόσο μεγαλύτερη είναι η επίδρασή της. Στις πολιτείες με τα χαμηλότερα όρια στον αριθμό των απαιτούμενων υπογραφών, οι δημόσιες δαπάνες ήταν 7% χαμηλότερες από ότι στις πολιτείες χωρίς πρωτοβουλίες πολιτών, ενώ η επίδραση στις πολιτείες που απαιτείται ο μέγιστος αριθμός υπογραφών ήταν σχεδόν μηδενική. Σε τοπικό επίπεδο, ο θεσμός της πρωτοβουλίας πολιτών είχε ως συνέπεια υψηλότερες δαπάνες, όμως συνολικά το καθαρό αποτέλεσμα ήταν μικρότερες δημόσιες δαπάνες (Matsusaka, 2004, σσ. 33-35).

Η άμεση δημοκρατία οδηγεί επίσης στη μείωση των φόρων. Στις πολιτείες που υπάρχει ο θεσμός της πρωτοβουλίας πολιτών, αυτό έχει οδηγήσει σε μία μείωση φόρου κατά 534$ για μία τετραμελή οικογένεια, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 4% των δημοσίων εσόδων. Η διαφορά είναι σημαντική, όχι όμως κρίσιμη σε απόλυτους αριθμούς και δεν μπορεί να θεωρήσει κανείς, παίρνοντας μόνο αυτό υπόψη, ότι η πολιτεία καθίσταται μη διαχειρίσιμη (Matsusaka, 2004, σ. 33-35).

Επομένως, μολονότι μειώνονται τόσο οι δημόσιες δαπάνες όσο και οι φόροι, το συνολικό αποτέλεσμα είναι η μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού. Οι Φελντ και Κιρχγκάσνερ (Feld / Kirchgassner 1999) ερεύνησαν την επίδραση των υποχρεωτικών δημοψηφισμάτων στους προϋπολογισμούς των 131 μεγαλύτερων ελβετικών πόλεων και δήμων. Επέλεξαν να συγκρίνουν δήμους παρά καντόνια, επειδή οι δήμοι έχουν περισσότερες δυνατότητες να ελιχθούν στο πεδίο του προϋπολογισμού από ότι τα καντόνια, στα οποία, επίσης, οι δυνατότητες είναι σημαντικές. Βρήκαν ότι η ύπαρξη υποχρεωτικών δημοψηφισμάτων επί του προϋπολογισμού είχε ισχυρή επίδραση στη μείωση των ελλειμάτων του. Πρωτύτερα,  οι Κίεβιτ και Ζακάλι (Kiewit / Szakaly 1996), είχαν φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επιπλέον, σαφώς δεν αληθεύει ότι όταν τα φορολογικά ζητήματα μπουν στην ατζέντα, οι πολίτες θα επιλέξουν εξ ορισμού χαμηλότερους φόρους. Ο Πάϊπερ (Piper, 2001) χαρτογράφησε όλες τις σχετικές με τους φόρους πρωτοβουλίες πολιτών στις αμερικανικές πολιτείες από το 1978 έως το 1999 (στις Η.Π.Α. τα προαιρετικά δημοψηφίσματα δεν παίζουν σημαντικό ρόλο). Υπήρξαν 130 πρωτοβουλίες πολιτών για θέματα φορολογίας, από τις οποίες οι 86 επεδίωξαν μείωση των φόρων, οι 27 αύξηση, ενώ οι 17 ήταν ουδέτερες ως προς τον φορολογικό συντελεστή. Από τις πρωτοβουλίες πολιτών για μείωση φόρων εγκρίθηκαν το 48%, δηλαδή λιγότερες από τις μισές, ενώ από εκείνες που πρότειναν αύξηση φόρων εγκρίθηκαν το 39%. Η διαφορά μεταξύ τους είναι επομένως μικρή, ενώ τα ποσοστά αποδοχής τους κινούνται κοντά στον μέσο όρο πιθανής επιτυχίας μίας πρωτοβουλίας πολιτών, ο οποίος στις Η.Π.Α. είναι 41%. Επίσης, στην Ελβετία οι ψηφοφόροι εγκρίνουν τακτικά απαραίτητες αυξήσεις φόρων. Το 1993, εγκρίθηκε ένας πρόσθετος φόρος στα καύσιμα της τάξης των 0,20 ελβετικών φράγκων ανά λίτρο (περίπου 0,18 ευρώ), έπειτα από μία προηγούμενη αύξηση το 1983, η οποία και πάλι είχε εγκριθεί με δημοψήφισμα. Το 1984, υπερψηφίστηκαν, επίσης σε δημοψήφισμα, νέα τέλη χρήσης των αυτοκινητοδρόμων και ανάλογες επιβαρύνσεις για την χρήση φορτηγών.

Η Καλιφόρνια, αναφέρεται συχνά ως ένα μέρος όπου οι πολίτες έλαβαν επιπόλαιες οικονομικές αποφάσεις μέσω δημοψηφισμάτων. Για παράδειγμα, έχει υποστηριχθεί  ότι οι πρωτοβουλίες πολιτών έχουν καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τον προϋπολογισμό της Καλιφόρνια, ώστε την ίδια στιγμή να έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα εισαγωγής νέων φόρων, με αποτέλεσμα οι πολιτικοί να μην διαθέτουν την ευχέρεια επιλογής πολιτικών. Ο Ματσουσάκα (2005) εξέτασε αυτόν τον ισχυρισμό και συμπέρανε ότι, έπειτα σχεδόν από έναν αιώνα άμεσης δημοκρατίας, το 68% του συνολικού προϋπολογισμού στην Καλιφόρνια προσδιορίζεται πλήρως από το αντιπροσωπευτικό σύστημα και ότι η δυνατότητα  εισαγωγής νέων φόρων δεν είχε παρά ελάχιστα περιοριστεί.

Παρά τις βαρύτατες ευθύνες τους για την κακή οικονομική κατάσταση της πλειοψηφίας των Δυτικών χωρών (όπως προκύπτει από τα παραπάνω), οι πολιτικοί πετυχαίνουν ακόμα να αντιστρέφουν τους ρόλους. Ο Βέλγος γερουσιαστής Ούγκο Βάντενμπεργκ (Hugo Vandenberghe) υπεραμύνθηκε της αντίθεσής του στο δημοψήφισμα με τις παρακάτω δηλώσεις του: «Οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν κάποια ευθύνη για τις αποφάσεις τους. Μπορούν ανετότατα να αποφασίσουν να απαλείψουν κάθε φόρο και δύο εβδομάδες αργότερα να εγκρίνουν την αύξηση των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας.» (Βελγική εφημερίδα De Standaard, 19 Δεκεμβρίου 1992). Βέβαια, η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίθετη. Εν τέλει είναι πάντα ο λαός που πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό ενός εκτροχιασμένου προϋπολογισμού, με τη μορφή αυξημένων φόρων, υποβαθμισμένων δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών κλπ. Ο κάθε ένας από τους πολιτικούς ενός αντιπροσωπευτικού συστήματος, οι οποίοι είναι οι μόνοι που αποφασίζουν για το επίπεδο φόρων και δημοσίου χρέους, δεν παίρνει ποτέ προσωπικά την ευθύνη των αποτελεσμάτων των επιλογών του. Δεν έχουν επιστρέψει ποτέ ούτε μία δεκάρα για δαπάνες τις οποίες οι πολίτες ποτέ δεν ζήτησαν ή που οδήγησαν στην αύξηση του εθνικού χρέους. Μετά την λήξη της θητείας τους  – πιθανά λαμβάνοντας μια γενναία ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους – μετακινούνται απλώς σε μία άλλη κομματική – πολιτική θέση. Εκ των υστέρων, μπορούν να εκφέρουν κοινότοπα επιχειρήματα που ακούγονται ευλογοφανή σχετικά με τις αποφάσεις τους, όμως το κακό έχει ήδη γίνει, χωρίς καμία εγγύηση ότι οι διάδοχοί τους θα τα καταφέρουν καλύτερα.

Στην πραγματικότητα, ο γερουσιαστής Βάντενμπεργκ εφιστά την προσοχή μας σε ένα βασικό επιχείρημα υπέρ της άμεσης δημοκρατίας. Επειδή οι πολίτες πάντοτε θα υφίστανται τις συνέπειες των αποφάσεων σχετικά με τον προϋπολογισμό και τη φορολογία, είναι απόλυτα λογικό να πρέπει να έχουν και την τελευταία λέξη επί αυτών των αποφάσεων.»

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s