Οι τέσσερις γενικές αρχές της πραγματικής δημοκρατίας

07.RD-vs-Real-Democracy-1024x539 _ 2 _ small

Από το βιβλίο των Verhulst και Nijeboer (δωρεάν στα Αγγλικά εδώ) αντιγράφουμε τις τέσσερις γενικές αρχές της δημοκρατίας σε μία λαϊκή συνέλευση. Οι ίδιες αρχές πρέπει να ισχύουν σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική διαδικασία (π.χ. σε ένα δημοψήφισμα). Ας τις δούμε αναλυτικά:

“Κάθε δημοκρατική λαϊκή συνέλευση διέπεται από κάποιες γενικές αρχές.

  1. Η αρχή της ισότητας

Η αρχή της ισότητας αποτελεί την βάση της λαϊκής συνέλευσης : όλα τα ώριμα (με την έννοια του υπόχρεου λογοδοσίας) μέλη της κοινότητας μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή, διαθέτοντας ίση βαρύτητα στη λήψη των αποφάσεων.

Δεν είναι εύκολο να θεμελιώσουμε την έννοια της ισότητας ως θετική αρχή. Ωστόσο είναι εύκολο να την στηρίξουμε την έννοια της ισότητας με αρνητικό τρόπο. Εξάλλου το δημοκρατικό ιδεώδες βασίζεται στη θεμελιώδη αρχή πως δεν υπάρχει ανώτερη εξουσία από τον λαό. Η αρχή αυτή σημαίνει πως είναι εξ’ ορισμού όλοι ίσοι. Εάν κάποιοι από τους συμμετέχοντες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλους κατά την λήψη  των αποφάσεων, μόνο λόγω του ποιοι είναι, τότε επιστρέφουμε στην ολιγαρχία.

Έτσι  η ψήφος κάθε ώριμου προσώπου έχει την ίδια βαρύτητα. Η ιστορία της δημοκρατίας στη διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν κυρίως μια μάχη γι’ αυτή την αρχή, μια μάχη που διεξήχθη κυρίως σε τρία μέτωπα: το σύστημα της καθολικής ισοψηφίας των ατόμων (στο οποίο το κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιδιοκτησία, την ηλικία ή τις ικανότητές του/της έχει ισότιμη ψήφο), το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και το δικαίωμα ψήφου ανεξάρτητα από  διαφορετικά βιολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. δικαίωμα ψήφου των έγχρωμων στη Νότια Αφρική).

  1. Το δικαίωμα στην πρωτοβουλία

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας σημαίνει ότι κάθε μέλος της λαϊκής συνέλευσης έχει ίσο δικαίωμα να υποβάλλει προτάσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ατζέντα της συνέλευσης δεν τίθεται από κάποια ελίτ.

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ειδική εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθεση προτάσεων δε διέπεται από κανόνες. Για παράδειγμα, τέτοιοι κανόνες μπορούν να ορίζουν ότι μια πρόταση πρέπει να κατατίθεται 14 ημέρες πριν από την συνέλευση ή ότι πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον εκατό μέλη της συνέλευσης. Το ουσιώδες εδώ είναι ότι οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους.

  1. Η αρχή της πλειοψηφίας

Στην ιδανική περίπτωση υφίσταται ομοφωνία: όλοι συμφωνούν σε μια πρόταση. Ωστόσο η ομοφωνία συνήθως δεν επιτυγχάνεται. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται η αρχή της πλειοψηφίας. Αποτελεί απόρροια της αρχής της ισότητας και προέρχεται από την επιθυμία να αποφεύγεται η διασάλευση της συνέλευσης. Η εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας ελαχιστοποιεί τον αριθμό των δυσαρεστημένων. Θα μπορούσε επιπλέον κανείς να ισχυριστεί ότι οποιαδήποτε λύση πέρα από την αρχή της απλής πλειοψηφίας αρνείται την αρχή της ισότητας. Έτσι, αν πούμε ότι ακολουθείται η ενισχυμένη πλειοψηφία (π.χ. δύο τρίτα), τότε μία μειοψηφία μπορεί να αρνηθεί στην πλειοψηφία αυτό που θέλει – για παράδειγμα αν το 60% θέλει την επιλογή Α και ένα 40% θέλει την επιλογή Β.

Η αρχή της πλειοψηφίας έχει μια υπαρξιακή διάσταση. Αποδεχόμενοι αυτή την αρχή, αναγνωρίζουμε τις ανθρώπινες ατέλειες. Η ύπαρξη μειοψηφίας δείχνει ότι η συζήτηση και η διαδικασία σχηματισμού αντίληψης ήταν ατελείς. Ταυτόχρονα, η αρχή της πλειοψηφίας μας θυμίζει το γεγονός ότι η δημοκρατία πρέπει πάντα να γίνεται αντιληπτή ως μία ιστορική διαδικασία. Η σημερινή μειοψηφία μπορεί να είναι η αυριανή πλειοψηφία. Οι περισσότερες νέες ιδέες συναντούν αρχικά αντίδραση και απόρριψη, όμως αργότερα μπορεί να γίνουν γενικά αποδεκτές. Ο κανόνας της πλειοψηφίας μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργήσει  σωστά μόνο όταν είναι επαρκώς κατανοητός στην κοινωνία ή την κοινότητα με ιστορικούς όρους. Όταν η απόφαση που έλαβε μία πλειοψηφία ενάντια στην πρόταση μιας μειοψηφίας εκλαμβάνεται από την πρώτη ως ένας απόλυτος ‘θρίαμβος’, πέρα από κάθε ιστορική προοπτική, τότε η ποιότητα της δημοκρατίας πλήττεται.

Η αρχή της πλειοψηφίας αντιτίθεται σε κάθε ελιτίστικη τάση. Τα αυταρχικά κινήματα δεν αναγνωρίζουν ποτέ την αρχή της πλειοψηφίας. Ενθαρρύνουν πάντοτε την εικόνα μιας ‘πρωτοπορίας’ ή μιας  ελίτ που μπορεί να επιβάλλει τη θέληση της στην πλειοψηφία. Οι λενινιστές θα μιλήσουν για τον πρωτοποριακό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος και την δικτατορία του προλεταριάτου. Οι εθνικοσοσιαλιστές θα μιλήσουν για ελίτ βασισμένες σε φυλετικά χαρακτηριστικά. Οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές θα απορρίψουν τα ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες και τους διαφωνούντες, ακόμη κι αν οι ομάδες αυτές αποτελούν την πλειοψηφία.

Με έναν πιο μετριασμένο αλλά ωστόσο υπαρκτό τρόπο, η ελιτίστικη αυτή αρχή υπάρχει και μεταξύ των υποστηρικτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο Dewachter (1992, σ. 70) το θέτει ως εξής: «Σύμφωνα με τη βασική ιδέα της ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσω της επιλογής των ‘φιλοσόφων – ηγεμόνων’. Εκλέγεται ένα δείγμα αντιπροσώπων του λαού που αντιστοιχεί σε μια αντιπροσωπευτική κατανομή του πληθυσμού ολόκληρης της επικράτειας. Εντούτοις τα εκλεγμένα μέλη αφ’ εαυτά δεν είναι πλέον αντιπροσωπευτικά, δεν αποτελούν ένα μέσο όρο, αλλά είναι οι άριστοι. Το κοινοβούλιο είναι  η συνέλευση των αρίστων του έθνους.». Ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Thomas Dehler, το είπε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί παρανόηση της φύσης της δημοκρατίας η άποψη πως το κοινοβούλιο είναι ο εντολοδόχος της λαϊκής βούλησης. Θεωρώ πως η φύση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι κάτι αρκετά διαφορετικό: είναι στην πραγματικότητα μία κοινοβουλευτική αριστοκρατία. Τα μέλη του κοινοβουλίου έχουν το καθήκον και τη ευκαιρία να δρουν υπό γενικότερο πρίσμα έχοντας ανώτερη γνώση από τον απλό πολίτη», (όπως αναφέρεται στο Dewachter, 2003, σ. 30).

Για αυτή την ξεκάθαρη έκφραση της ελιτίστικης ιδέας πίσω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο Dehler επιδοκιμάσθηκε όχι μόνο από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά επίσης από τους Φιλελεύθερους και τους Σοσιαλιστές. Από αυτή την άποψη η διαφορά με τα ολοκληρωτικά συστήματα ενός αμιγώς κοινοβουλευτικού συστήματος είναι πως, η ελίτ πρέπει να αποκτά την τυπική πλειοψηφία από τον λαό. Εκείνο όμως που είναι κοινό στο αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα και στο ολοκληρωτικό σύστημα είναι πως επιτρέπουν την εφαρμογή νόμων ενάντια στην βούληση της πλειοψηφίας του λαού.

  1. Η αρχή της εντολής

Η συνεχής επίτευξη ομοφωνίας είναι ανέφικτη σε μια δημοκρατία. Γι’ αυτό και η αρχή της πλειοψηφίας είναι μέρος του δημοκρατικού ‘αρχέτυπου’ της δημοκρατίας. Όμως υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα. Η καθολική συμμετοχή στη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι επίσης ανεπίτευκτη. Θα υπάρχουν πάντα μέλη της κοινότητας που δεν θα θέλουν να παίρνουν μέρος στη λήψη αποφάσεων σε συγκεκριμένα θέματα: είτε γιατί δεν έχουν το χρόνο είτε γιατί πιστεύουν ότι δεν έχουν επαρκή γνώση είτε για άλλους λόγους. Έτσι, επιπρόσθετα  στην αρχή της πλειοψηφίας, εισάγεται και η αρχή της εντολής: αυτοί που δεν συμμετέχουν στη λαϊκή συνέλευση θεωρείται πως έχουν δώσει εντολή σε αυτούς που συμμετέχουν.

Η αρχή της εντολής δεν μπορεί να αποφευχθεί με την θέσπιση υποχρεωτικής ψηφοφορίας ή υποχρεωτικής συμμετοχής. Ακόμη και αν έχει οριστεί από τον νόμο η υποχρεωτική συμμετοχή στην λαϊκή συνέλευση, θα πρέπει πάντοτε να υπάρχει μία ρύθμιση για αυτούς που δεν την τηρούν. Οι αποφάσεις της λαϊκής συνέλευσης θα δεσμεύουν πάντα και τους απόντες.

Έτσι η αρχή της εντολής δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τη διαφορά μεταξύ του αντιπροσωπευτικού και του αμεσοδημοκρατικού τρόπου λήψης των αποφάσεων. Η αρχή της εντολής αποτελεί άμεση συνέπεια του γεγονότος πως εξ’ ορισμού οι νόμοι αφορούν όλα τα μέλη της κοινότητας. Με άλλα λόγια: δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ένας νόμος αφορά εμένα προσωπικά με το επιχείρημα ότι δεν πήρα μέρος στη  δημιουργία του. Μη συμμετέχοντας στη λήψη της απόφασης για τη δημιουργία του νόμου, θεωρείται αυτόματα ότι έχω δώσει εντολή σε αυτούς που πήραν τελικά την απόφαση. Χωρίς αυτή την αρχή ο καθένας θα εξαιρούσε τον εαυτό του από την εφαρμογή των νόμων  κατά το δοκούν.

Επομένως, σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, μέσα από την λαϊκή συνέλευση –  από τυπικής έποψης – υπάρχουν πάντα δύο αποφάσεις που πρέπει να παρθούν:

  • Πρώτα λαμβάνεται απόφαση σχετικά με την εντολή: κάθε πολίτης αποφασίζει είτε ότι θα πάρει προσωπικά μέρος στο ‘κατά περίπτωση (ad hoc) κοινοβούλιο’ που θα αποφασίσει σχετικά, είτε ότι θα δώσει εντολή στους συμπολίτες του (το οποίο γίνεται με την μη-συμμετοχή του).
  • Δεύτερον, η λαϊκή συνέλευση αποφασίζει σχετικά με το ζήτημα έπειτα από συζήτηση.”
Advertisements
This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s