Εγκώμιο Ελβετικής Δημοκρατίας

switzerland-guns

O τίτλος επελέγη να είναι προβοκατόρικος: αφενός για να απαντήσουν (εάν μπορούν) όσοι απαξιώνουν την Ελβετική Δημοκρατία, αφετέρου δε, για να γίνει κατανοητό γιατί απαιτείται προσεκτική, κριτική ανάλυση του ελβετικού πολιτικού συστήματος εξαιτίας των εγγενών περιορισμών και ιδιαιτεροτήτων του. Οι ίδιοι οι Ελβετοί βέβαια θα αδιαφορούσαν μάλλον, για εγκώμια (ή τον ψόγο) επειδή η Δημοκρατία τους έγινε από τους ίδιους, για να αρέσει στους ίδιους. Οι απόψεις των τρίτων συνήθως πέφτουν διακριτικά στο κενό.

Πρέπει να γίνει κατανοητό από την αρχή ότι το Ελβετικό μοντέλο δεν αποτελεί πανάκεια για όλα τα προβλήματα, ούτε είναι δυνατόν να εφαρμοστεί παντού με τη λογική της “τυφλής” αντιγραφής. Ωστόσο, αξίζει να μελετηθεί προσεκτικά, επειδή προσφέρει ένα ρεαλιστικό παράδειγμα για τις θετικές επιπτώσεις των Δημοψηφισμάτων πρωτοβουλίας πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, παράδειγμα το οποίο λειτουργεί σε πραγματικές πολιτικές συνθήκες σε βάθος αιώνων. Επιπλέον, το μέγεθος της χώρας, η κοινοτιστική βάση της κοινωνίας και το ότι βρίσκεται στην Ευρώπη [1], προσφέρει κάποιου βαθμού συνάφεια με την Ελλάδα.

Η Ελβετική πολιτική ιδιαιτερότητα

Αδρά, υπάρχουν 3 πρωτεύοντα χαρακτηριστικά της εσωτερικής πολιτικής και 1 της εξωτερικής που διαμόρφωσαν ιστορικά το πολιτικό της σύστημα με τη σημερινή του μορφή. Αυτά είναι: η αποκέντρωση και η ομοσπονδιακή δομή (καντόνια), οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί και η σταθερής σύνθεσης πολυκομματική κυβέρνηση (γνωστή ως “μαγική φόρμουλα”) για την εσωτερική πολιτική σκηνή, ενώ στο εξωτερικό, το κύριο χαρακτηριστικό της Ελβετικής Δημοκρατίας είναι η ένοπλη ουδετερότητα.

Συνοπτικά ισχύει για το καθένα:

Ι)  Η ομοσπονδιακή της δομή είναι απότοκο της ιστορικής πορείας της Ελβετίας με τη σταδιακή ένωση ανεξαρτήτων πολιτικών οντοτήτων των Άλπεων ή πέριξ αυτών, ή μετά από απόσχιση από μεγαλύτερα καντόνια [πιο πρόσφατο παράδειγμα η Γιούρα στα μέσα του 20ου αιώνα]. Αν και η ομοσπονδιακή δομή δεν θα είχε νόημα στην Ελλάδα (όπως και σε άλλες χώρες που δεν έχουν την ιστορική εξέλιξη της Ελβετίας), πρέπει να σημειωθεί ότι βασική, δομική μονάδα του πολιτεύματος είναι η κοινότητα, η οποία απολαμβάνει υψηλού βαθμού αυτονομία και από το καντόνι και από το ομόσπονδο κράτος, κάτι που θα ήταν εφικτό στην Ελλάδα. Οι ελληνικές κοινότητες είχαν αποκτήσει αυτονομία για τα ζητήματα τους επί τουρκοκρατίας (όχι σε ζητήματα φορολογίας και στρατού, φυσικά, καθώς ήταν υποτελείς) και ο δεσμός του Έλληνα με την τοπική κοινότητα ήταν μέχρι πρόσφατα και ισχυρή και σεβαστή.

II) Οι πολίτες της Ελβετίας απολαμβάνουν του δικαιώματος να παρεμβαίνουν άμεσα στην εξουσία, είτε ακυρώνοντας πράξεις με τις οποίες δεν συμφωνούν, είτε προτείνοντας δικούς τους νόμους – σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν μόνο μετά από πρωτοβουλία των πολιτών και ισχύουν και στα τρία επίπεδα διοίκησης: εθνικό, καντονιακό και κοινοτικό. Το πλαίσιο λειτουργίας των θεσμών αυτών είναι δοκιμασμένο στο χρόνο, έχει περιθώρια βελτιώσεων αλλά γενικά διευκολύνει και δεν εμποδίζει την πολιτική έκφραση της βούλησης των πολιτών (π.χ. απουσία ορίου συμμετοχής για εγκυρότητα). Όλα τα δημοψηφίσματα διεξάγονται σε 4 προκαθορισμένες δημοψηφισματικές ημερομηνίες εντός του έτους.

Συνταγματικές αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν χωρίς να τις ζητήσουν και εγκρίνουν οι πολίτες. Επίσης, εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας (π.χ. συμμετοχή στον ΟΗΕ) δεν μπορεί να ισχύσει χωρίς επικύρωση από τους πολίτες. Για παράδειγμα, οι Ελβετοί είχαν απορρίψει, με οριακή πλειοψηφία, την ένταξη στην Ε.Ε. μετά από δημοψήφισμα. Σε συνδυασμό με την αποκέντρωση εξουσιών, τα τοπικά δημοψηφίσματα θα μπορούσαν να ήταν ένα ιδανικό εργαλείο ελέγχου των τοπικών αρχών από τους πολίτες στην Ελλάδα, με προφανέστερο (αλλά όχι το μοναδικό) αποτέλεσμα την μείωση των σπαταλών. Αλλά και σε εθνικό επίπεδο, τα δημοψηφίσματα έχουν προφανή ευεργετικά αποτελέσματα τόσο στις σπατάλες, όσο και στην ποιότητα λειτουργίας της Εξουσίας και του Κράτους.

III) Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Ελβετίας αποτελείται σταθερά από επτά μέλη (υπουργοί και πρωθυπουργός) που προέρχονται από πέντε κόμματα (ήταν τέσσερα μέχρι το 2008). Αποκαλείται η «μαγική φόρμουλα» (magic formula) λόγω της σταθερότητας στη διακυβέρνηση της χώρας, που όμως δεν προϋποθέτει και ομοφωνία. Για κάθε ζήτημα που αφορά εθνικά δημοψηφίσματα, τα κόμματα της κυβέρνησης είναι ελεύθερα να επιλέξουν τη στάση τους – ακόμη και να αντιπολιτευτούν την πρόταση της κυβέρνησης – χωρίς αυτό να δημιουργεί ζήτημα δεδηλωμένης, καθώς τελικά οι πολίτες είναι που θα αποφασίσουν. Αυτό λειτουργεί χωρίς παρενέργειες, όσο ο ρόλος της “άτυπης αντιπολίτευσης” εναλλάσσεται μεταξύ των πέντε κομμάτων και δεν υπάρχει κάποιο που να παίζει σταθερά το ρόλο αυτό.

Το μοντέλο αυτό της διακυβέρνησης είναι δύσκολο να μεταφερθεί σε άλλα κράτη (ειδικότερα στην Ελλάδα) καθώς βασίζεται σε μία συγκεκριμένη νοοτροπία άσκησης της εξουσίας, εντελώς ξένη στη λογική της “κομματοκρατίας” και την νομής του Κράτους ως λάφυρο, που χαρακτηρίζει το ελληνικό, αμιγώς πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα. Ακόμη κι αν γινόταν προσπάθεια εφαρμογής του, θα κατέληγε σχεδόν αναπόφευκτα σε κακέκτυπο.

Στα τρία αυτά σημεία που χαρακτηρίζουν το πολίτικο σύστημα στην Ελβετία εδώ και για περισσότερο από ενάμιση αιώνα, πρέπει να προστεθεί η αρχή της ουδετερότητας. Η Ελβετία μέχρι τον 19ο αιώνα φημίζονταν ως χώρα εξαγωγής ικανών και αξιόπιστων στρατιωτικών μισθοφορικών σωμάτων (συνήθης πρακτική στους φεουδαρχικούς/ αυτοκρατορικούς στρατούς). Ωστόσο, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του Ναπολέοντα να δημιουργήσει την ελβετική republic, καταργώντας τα καντόνια, η χώρα ήταν έτοιμη να βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο. Χάρις και στις δραστικές ενέργειες του Καποδίστρια, ο οποίος έζησε για κάποια χρόνια στη χώρα ως απεσταλμένος του Τσάρου, οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν τελικά να εγκαταλείψουν την προσπάθεια δορυφοριοποίησης της Ελβετίας στο Συνέδριο της Βιέννης (1814-15) και τελικά επιβεβαίωσαν επίσημα (για πρώτη φορά) την ένοπλη ουδετερότητα της με τη Συμφωνία των Παρισίων.

Η ουδετερότητα έπαιξε αναμφίβολα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της τρέχουσας δομής του ελβετικού κράτους. Οι πολίτες-οπλίτες υπηρετούν υποχρεωτικά στο στρατό, κρατούν το στρατιωτικό όπλο με εφόδια στο σπίτι και επανεκπαιδεύονται κάθε 2 χρόνια, αλλά οι στρατιωτικές δαπάνες είναι μειωμένες (περίπου 1% του ΑΕΠ) σε σύγκριση με χώρες όπως η Ελλάδα. Οι χαμηλές δαπάνες και η εγγυημένη ειρήνη αναμφίβολα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ευημερία της χώρας – χωρίς όμως να εμποδίσουν τους ισχυρούς κλυδωνισμούς της τόσο κατά τον Α’ΠΠ (με τη φιλογερμανική στάση αρκετών γερμανόφωνων πολιτών, στρατιωτικών και πολιτικών) όσο και κατά την εργατική/ κοινωνική κρίση του μεσοπολέμου.

Αντίθετα με την ουδετερότητα της χώρας, η οποία όντως παίζει κομβικό ρόλο στην ευημερία της χώρας, δυσανάλογα μεγάλο χώρο στο συλλογικό πολιτικό φαντασιακό μας (τρέφοντας τη σχετική συνωμοσιολογία) καταλαμβάνει ο τραπεζικός τομέας της χώρας. Οι “μαύρες” καταθέσεις είναι μια μελανή κηλίδα, καθώς συχνά τα προτερήματα των Ελβετών τραπεζιτών (εχεμύθεια, αποτελεσματικότητα, διακριτικότητα) συνδέθηκαν με υπηρεσίες σε δικτάτορες, τυράννους, απατεώνες, μεγαλέμπορους ναρκωτικών και κυκλώματα πορνείας, και πολλοί Ελβετοί αντιτίθενται σε πρακτικές που σπιλώνουν τη χώρα τους. Ωστόσο, η μυθολογία για την επίδραση τους στην ευημερία της χώρας έχει τροφοδοτήσει απίθανα σενάρια, ενώ συχνά εμπλέκεται με τα δημοψηφίσματα και την πολιτική ουδετερότητας σε ακόμη πιο φαιδρούς και “ψεκασμένους” θρύλους. Η αλήθεια είναι ότι αν και σημαντικός τομέας στην οικονομία της χώρας, δεν είναι ο μόνος στον οποίο στηρίζεται η ευημερία της. Και όχι … δεν έχουν δημοψηφίσματα οι Ελβετοί επειδή είναι “το θησαυροφυλάκιο του πλανήτη”! Τα δημοψηφίσματα ως θεσμός προϋπήρξαν του ισχυρού τραπεζικού τομέα – ίσως δε, να έπαιξαν ρόλο στην ενίσχυση της αξιοπιστίας και σταθερότητας της χώρας και να τον ενίσχυσαν, αλλά δεν ενισχύθηκαν από αυτόν.

Το παράδειγμα και η μεταφορά του

Όπως έγραψα και πιο πάνω, το ελβετικό παράδειγμα δεν είναι θεωρητικό μοντέλο. Υπάρχει, λειτουργεί και προσαρμόζεται στις αλλαγές εδώ και δύο αιώνες (στη σύγχρονη μορφή του) αλλά οι ρίζες του στο χρόνο φτάνουν πολλούς αιώνες πίσω, π.χ. στις ανοιχτές συνελεύσεις (landsgemeinde) των αγροτικών γερμανόφωνων καντονιών, όπου λαμβάνονταν αποφάσεις από κοινού [2]. Τα καντόνια δεν είχαν πανομοιότυπα πολιτικά συστήματα. Σε κάποια, π.χ. την Βέρνη, υπήρχε ένα σύστημα που έμοιαζε αριστοκρατικό, ενώ στη Βασιλεία είχαν περισσότερη πολιτική δύναμη οι αστικές οικογένειες (έμποροι και τεχνίτες) έναντι των κατοίκων την υπαίθρου (εργάτες). Ωστόσο, τον 19ο αιώνα το παλαιό καθεστώς (ancient regime) εγκαταλήφθηκε οριστικά και ξεκίνησε η δημιουργία της ομοσπονδίας, με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες των καντονιών, τη δημιουργία ενός ενιαίου πλαισίου δικαιωμάτων των πολιτών και τη θεσμοθέτηση μηχανισμών επίλυσης των διαφορών και λήψης αποφάσεων.

Όσο κι αν μοιάζει δελεαστικό, η αυτούσια μεταφορά του ελβετικού συστήματος είναι πρακτικά αδύνατη, αλλά ακόμη και εάν το αποτολμούσε κάποιος θα ήταν επικίνδυνη. Είναι διαφορετικό το να αξιολογείς και να στέκεσαι κριτικά απέναντι στο παράδειγμα ελέγχοντας τα γεγονότα, το ιστορικό πλαίσιο και τις κοινωνικές συνθήκες που γέννησαν και εξέλιξαν τους διάφορους θεσμούς, επιλέγοντας τι και πως θα μεταφερθεί, και άλλο πράγμα να περιμένεις ότι θα “γίνεις Ελβετία” με μαγικό τρόπο, μαϊμουδίζοντας ξένες και ασύμβατες πρακτικές και νοοτροπίες. Κανένας σοβαρός πολίτης, ο οποίος κατανοεί τη λειτουργία και το βάθος των αμεσοδημοκρατικών θεσμών, δεν πρόκειται να ισχυριστεί ότι είναι το πολιτικό εργαλείο που θα λύσει άμεσα κάθε πρόβλημα και θα οδηγήσει αυτόματα στην ανάκαμψη και την ευημερία. Ούτε είναι επίσης η επαναστατική ρομφαία που θα ανατρέψει τα πάντα. Όσοι ευαγγελίζονται τέτοιες λύσεις είναι καταδικασμένοι είτε να προδίδονται εσαεί από καταφερτζήδες ψευδοηγέτες, όπως ο Τσίπρας, είτε να χειροκροτούν αμφιλεγόμενες (έως φαιδρές) επικοινωνιο-πολιτικές περσόνες.

Σε τι ωφελεί τότε να αναφερόμαστε στην Ελβετία; Πρώτα-πρώτα, το ελβετικό παράδειγμα αποτελεί ζωντανή απόδειξη ότι οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν υπέρ των πολιτών: μπορούν να παρέμβουν στην πολιτική διαδικασία, να επιλέξουν αυτό που προτιμούν (και αυτό να γίνει σεβαστό, ως έχει, ακόμη και με οριακή πλειοψηφία), να ακυρώσουν αποφάσεις/νόμους με τα οποία διαφωνούν και να ελέγξουν τις αρχές (π.χ. έλεγχο δαπανών). Επιπλέον, είναι αποδεδειγμένο ότι η ύπαρξη τους και μόνο “εξαναγκάζει” τις αρχές να συνυπολογίζουν τη βούληση των πολιτών στις αποφάσεις τους, γνωρίζοντας ότι αλλιώς είναι πιθανό ότι θα ακυρωθούν. Τέλος, η ίδια η ενασχόληση με την πολιτική, ακόμη και ως ενημέρωση για συγκεκριμένα ζητήματα που μπαίνουν σε δημοψήφισμα, αποτελεί κέρδος: ο ενημερωμένος και δραστήριος πολίτης, είναι καλύτερος πολίτης.

Πέρα από τα αποδεδειγμένα οφέλη όμως, τόσο η αποκέντρωση όσο και η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων (τοπικά & εθνικά) είναι δυο πολιτικά εργαλεία που δεν είναι ξένα προς την ιστορική πορεία των Ελλήνων (κοινά), έστω κι αν η ιστορική τους ολοκλήρωση σε θεσμούς του Κράτους διακόπηκε τον 19ο αιώνα, όταν η Βαυαροκρατία διέκοψε την προσπάθεια του Καποδίστρια για την οικονομική και πολιτική χειραφέτηση των μόλις απελευθερωμένων Ελλήνων, επάνω στη βάση των κοινοτήτων. Αντίθετα, η Βαυαροκρατία προέκρινε τη δημιουργία ενός συγκεντρωτικού, εσωστρεφούς κράτους, την πολιτική και οικονομική απίσχανση των τοπικών κοινοτήτων (πολιτικός συγκεντρωτισμός, υδροκέφαλος Αθηναιοκεντρισμός) και την αποκοπή μεγάλων αστικών πληθυσμών του εξωτερικού (Αίγυπτος, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη) από το εθνικό κέντρο, ώστε να εξυπηρετηθεί η αποικιοποίηση του φτωχού κράτους [3].

Παρά όμως την εχθρική στάση των πολιτικών ελίτ, το πνεύμα αγάπης των Ελλήνων προς τις ιδιαίτερες πατρίδες τους έχει μείνει ζωντανό, όπως επίσης και οι πολυσχιδείς και ουσιαστικοί δεσμοί τους με τους συμπατριώτες τους. Είναι βέβαιο ότι εάν οι πολίτες μπορέσουν να επανακτήσουν τον έλεγχο στη διαχείριση των Δήμων στους οποίους κατοικούν, να ορίζουν τις προτεραιότητες και τα μέσα άσκησης των τοπικών πολιτικών, να ελέγχουν τα κόστη και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και να επεμβαίνουν ενεργά στην πολιτική ατζέντα, τα αποτελέσματα θα είναι θεαματικά και άκρως θετικά. Και όπως είπαμε πιο πάνω, τα θετικά αποτελέσματα δεν θα περιορίζονται μόνο στο επίπεδο κόστους/οφέλους , αλλά και στην ποιότητα άσκησης εξουσίας από τις αρχές, των τοπικών αντιπροσώπων, της πολιτικής σκέψης των ίδιων των πολιτών και τέλος, στο πνεύμα συνεργασίας και κοινοτισμού που θα ενδυναμωθεί με στόχο την επίτευξη κοινών και απτών στόχων. Γιατί η πολιτική, δεν είναι μόνο αφαιρετική, ιδεολογική διαπάλη, αλλά πρωτίστως αφορά απτά, καθημερινά προβλήματα. Αυτό ακριβώς κομίζει και ο θεσμός των δημοψηφισμάτων: την επιστροφή στο σαφές, το καθημερινό και την απομάκρυνση από τις προσωπικές επιθέσεις, τον επικοινωνιακό χειρισμό και τους “σκυλοκαυγάδες” τηλεθέασης.

Σημειώσεις

[1] Αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς έχουν περίπου οι μισές Αμερικάνικες Πολιτείες, ωστόσο υπάρχουν διαφορές στο είδος των δημοψηφισμάτων, τις δυνατότητες που δίνουν στους πολίτες και τις νομικές προϋποθέσεις. Περισσότερες λεπτομέρειες μπορούν να βρεθούν στο “ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ” του Μαρτίου 2016: http://tinyurl.com/zx528ph

Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί παρουσιάζουν αρκετές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, μεταξύ των οποίων την ύπαρξη Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Μια συνοπτική σύγκριση της Καλιφόρνιας με την Ελβετία υπάρχει στο “ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ” του Απριλίου 2016: http://tinyurl.com/jxctqyk

[2] Δείτε, για παράδειγμα, την “Άμεση Δημοκρατία του Appenzell”, όπως δημοσιεύτηκε στο “ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ” του Ιουλίου -Αυγούστου 2016: http://tinyurl.com/zd3bkcu

[3] Περισσότερες λεπτομέρειες για τον κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια και τη Βαυαροκρατία στο βιβλίο “Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας” (επιμ. Γ. Γεωργής) των εκδόσεων Καστανιώτη [π.χ. τα κείμενα του Σπ. Πλουμίδη “Το όραμα του Ιωάννη Καποδίστρια για το ελληνικό έθνος και την κοινωνία” και του Β. Καρδάση “Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας αντιμέτωπος με τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα”] και το βιβλίο “Η Ελλάδα την εποχή του Όθωνα” των εκδ. Περισκόπιο.

Για τα “κοινά” των Ελλήνων, μπορεί κάποιος να ανατρέξει στο βιβλίο του καθ. Γ. Κοντογιώργη “Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεοτερικότητα” και τον β’ τόμο “1821: Η παλιγγενεσία” του πολύτομου έργου “1204-1922: Η διαμόρφωση του νεότερου ελληνισμού» του Γ. Καραμπελιά.

Χρίστος Δαγρές

Advertisements
This entry was posted in Χωρίς κατηγορία and tagged , . Bookmark the permalink.

5 Responses to Εγκώμιο Ελβετικής Δημοκρατίας

  1. Παράθεμα: Εγκώμιο Ελβετικής Δημοκρατίας – ellogos.net

  2. Ο/Η George Koutsantonis λέει:

    Αναδημοσίευση στην ellogos.net (http://ellogos.net/2016/09/encomium-swiss-democracy/)

    Αρέσει σε 1 άτομο

  3. Ο/Η kostas lampos λέει:

    ΑΝΤΕΓΚΟΜΙΟ

    Για το μύθο και την πραγματικότητα
    της Ελβετικής ‘Άμεσης Δημοκρατίας’*

    Γράφει ο Κώστας Λάμπος

    «Ο πολιτισμός που συνεχίζει να παράγει ανθρώπους χωρίς άποψη,
    αγοράζει τον ίδιο του τον πνευματικό θάνατο σε μηνιαίες δόσεις»
    Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

    «Η ιστορία των ελευθεριών που έχουν παραχωρηθεί στον άνθρωπο δεν
    έπαψε ποτέ, μέχρι σήμερα, να συγχέεται με την ιστορία των ελευθεριών
    που ο άνθρωπος παραχώρησε στην οικονομία»
    Ραούλ Βάνεγκεμ

    Η Ελβετική Ομοσπονδία ιδρύθηκε το 1291[1] και κατ’ άλλους το 1307[2] ως ‘Ένορκη Συμμαχία’ ανεξάρτητων Καντονιών από τον Walter Fuerst εκπρόσωπο της επαρχίας Uri, τον Werner Stauffacher εκπρόσωπο της επαρχίας Schwyz και τον Arnold von Melchtahl εκπρόσωπο της επαρχίας Unterwalden, για την από κοινού αντιμετώπιση των σχεδίων του Ρωμαίο-Γερμανού βασιλιά Albrecht I, να προσαρτήσει τα εδάφη τους υπό την κυριαρχία του οίκου των Χαμπσβούργων. Η πορεία ολοκλήρωσής της πέρασε από διάφορες φάσεις και εξαρτήσεις μέχρι να φτάσει στην παγίωση της σημερινής της μορφής.
    Το 1848 η ‘Ένορκη Συμμαχία’ μετεξελίσσεται σε συνταγματικό ομοσπονδιακό κράτος, στο οποίο τα Καντόνια εκχωρούν μέρος των αρμοδιοτήτων τους, όπως αυτές της άμυνας, των τελωνείων, του ταχυδρομείου, του νομίσματος και άλλων. Τα λαϊκά στρώματα, κυρίως η φτωχή αγροτιά, δεν αρκέστηκαν στην καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, αν και μόνο για τους άνδρες, και απαίτησαν την καθιέρωση του δικαιώματος της Άμεσης Δημοκρατίας για να αποφασίζει ο ίδιος ο λαός για τη ζωή του και κατάφεραν την αναθεώρηση του συντάγματος το 1874 καθιερώνοντας το θεσμό του Δημοψηφίσματος και την καθιέρωση του θεσμού της ‘Λαϊκής Πρωτοβουλίας’ το 1891.
    Σήμερα η ‘Ελβετική Ομοσπονδία’ αποτελείται από 2.715 Κοινότητες και 26 Καντόνια και συμβολίζεται με την εξίσωση 2.715+26=1. «Περίπου το 1/5 των Κοινοτήτων και κύρια οι πόλεις έχουν το δικό τους τοπικό κοινοβούλιο, τα 4/5 αποφασίζουν αμεσοδημοκρατικά στις Κοινοτικές Συνελεύσεις στις οποίες μπορούν να παίρνουν μέρος όλοι οι κάτοικοι που έχουν δικαίωμα ψήφου, πράγμα που σημαίνει ότι ο Λαός δεν αντιπροσωπεύεται από βουλευτές, αλλά αποφασίζει μόνος του και εκλέγει το Κοινοτικό Συμβούλιο»[3], αλλά «την έκταση της αυτονομίας των Κοινοτήτων την ορίζουν τα Καντόνια και γι’ αυτό είναι αρκετά διαφορετική»[4]. Κάθε Καντόνι έχει το δικό του Σύνταγμα, το δικό του Κοινοβούλιο, τη δική του κυβέρνηση και τα δικά του Δικαστήρια. Οι βουλευτές στα περισσότερα Καντόνια εκλέγονται με το σύστημα της απλής αναλογικής, οι 5-7μελής κυβερνήσεις, όμως, που εκλέγονται επίσης από το Λαό, εκλέγονται με πλειοψηφικό σύστημα, αλλά τελικά «η αμεσοδημοκρατική μορφή υπάρχει ακόμα μόνο στις Κοινότητες Appenzell, Innerhoden και Glarus. Σε όλα τα άλλα Καντόνια αποφασίζει ο Λαός αποκλειστικά στις κάλπες»[5].
    Κάθε τέσσερα χρόνια ο Λαός εκλέγει τα 200 μέλη του Εθνικού Συμβουλίου. Οι εκλογείς έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν το ψηφοδέλτιο της προτίμησής τους, ή να γράψουν σε λευκό ψηφοδέλτιο το όνομα κάποιου που δεν είναι σε κανένα ψηφοδέλτιο, ή να γράψουν σε κάποιο ψηφοδέλτιο το όνομα κάποιου που θα ήθελαν να εκλεγεί και μάλιστα να το γράψουν δυό φορές για να ενισχύσουν την εκλογιμότητά του, αλλά έχουν ακόμα και το δικαίωμα να γράψουν σε ένα ψηφοδέλτιο το όνομα κάποιου από άλλο ψηφοδέλτιο, όπως και να σβήσουν ονόματα από το ψηφοδέλτιο που επιλέγουν.
    Βασικά η ελβετική ‘Άμεση Δημοκρατία’ προσδιορίζεται ως τέτοια, κύρια, εξαιτίας του δημοψηφισματικού της χαρακτήρα, που φέρεται να δίνει το δικαίωμα στο Λαό να αμφισβητεί εκ των υστέρων αποφάσεις του κοινοβουλίου. Προβλέπονται δύο ειδών δημοψηφίσματα, το υποχρεωτικό και το προαιρετικό. Το υποχρεωτικό δημοψήφισμα γίνεται με πρωτοβουλία της κυβέρνησης για αλλαγές του (ομοσπονδιακού) Συντάγματος καθώς επίσης και για την είσοδο της χώρας σε συγκεκριμένους διεθνείς οργανισμούς και «για να γίνει αποδεκτή η πρόταση, θα πρέπει να συγκεντρώνει τη λεγόμενη ‘διπλή πλειοψηφία’, που σημαίνει τόσο την πλειοψηφία του Λαού, δηλαδή την πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων σε ολόκληρη τη χώρα, όσο και την πλειοψηφία των αντιπροσώπων, δηλαδή την πλειοψηφία Καντονίων στα οποία έγινε αποδεκτή η πρόταση»[6].
    Ομοσπονδιακοί νόμοι, αποφάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και κρατικές συμφωνίες υπόκεινται στον έλεγχο του Λαού μέσω των προαιρετικών δημοψηφισμάτων, τα οποία αποκαλούνται και ‘φρένο στα χέρια του Λαού’. Για την ενεργοποίηση της διαδικασίας προαιρετικού δημοψηφίσματος απαιτούνται 50 000 υπογραφές πολιτών που έχουν δικαίωμα ψήφου, οι οποίες πρέπει να συγκεντρωθούν το πολύ μέσα σε 100 μέρες από την κατάθεση της πρότασης.
    Σε επίπεδο Καντονίων ισχύει το (Volksinitiativerecht) ‘Δικαίωμα της Λαϊκής Πρωτοβουλίας’, αποκαλούμενης και ‘κινητήρια δύναμη της Άμεσης Δημοκρατίας’, να απαιτεί αλλαγές στο Σύνταγμα, στους νόμους και στις αποφάσεις των τοπικών κυβερνήσεων των Καντονιών, όχι όμως και σε επίπεδο Ομοσπονδίας. Για να χαρακτηριστεί η λαϊκή βούληση ‘Λαϊκή Πρωτοβουλία’ και να θέσει σε κίνηση τη σχετική διαδικασία Δημοψηφίσματος πρέπει σε διάστημα 18 μηνών να συγκεντρώσει 100.000 υπογραφές πολιτών του Καντονιού με δικαίωμα ψήφου. «Η Λαϊκή Πρωτοβουλία (Volksbegehren) μπορεί να εκδηλωθεί ως γενικά διατυπωμένη πρόταση (Anregung)[7], ή, πράγμα συνηθέστερο, ως έτοιμο επεξεργασμένο κείμενο, τη διατύπωση του οποίου δεν μπορεί να αλλάξει το κοινοβούλιο ή η κυβέρνηση»[8]. Όμως «οι Αρχές, κάποιες φορές, αντιδρούν απέναντι σε κάθε τρέχουσα πρωτοβουλία με μια (όχι τόσο εκτεταμένη) άμεση αντιπρόταση, με την ελπίδα πως αυτή θα γίνει από το Λαό και τις Staenden αποδεκτή από την πλειοψηφία. Αλλά και επιπλέον, από το 1987 έχει επεκταθεί, και για δημοψηφίσματα που προκαλεί η Λαϊκή Πρωτοβουλία, η αρχή της ‘διπλής πλειοψηφίας’, που ίσχυε μόνο για το υποχρεωτικό δημοψήφισμα. «Μπορεί ο καθένας να ψηφίσει και την πρόταση της ‘Λαϊκής Πρωτοβουλίας’ και την αντιπρόταση των Αρχών και στην περίπτωση που και οι δυό γίνονται αποδεκτές, τότε με μια δειγματοληπτική έρευνα της κοινής γνώμης θα κριθεί ποιο από τα δυό κείμενα θα ισχύσει»[9].
    Ας δούμε μερικές ακόμα πλευρές της ‘Άμεσης Δημοκρατίας’ της Ελβετίας για να καταλάβουμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Στο Εθνικό Συμβούλιο της Ελβετίας εκπροσωπούνται δώδεκα πολιτικά κόμματα, από τα οποία τα πέντε έχουν μια υπολογίσιμη εκπροσώπηση. Όμως Άμεση Δημοκρατία σημαίνει πως αποφασίζουν οι Λαϊκές Συνελεύσεις για τα τοπικά προβλήματα και οι, για ορισμένο διάστημα, εκλεγμένοι ή κληρωτοί και ανακλητοί εκπρόσωποί τους στα επαρχιακά μέχρι το εθνικό επίπεδο, οπότε το ερώτημα είναι ποιος είναι ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων. Τα Συντάγματα δεν είναι ‘ιερά κείμενα’ που δεν τα αγγίζει ο χρόνος. Οι εποχές, ως δρώσα ιστορία αλλάζουν και οι κοινωνίες εξελίσσονται και συνεπώς και τα συντάγματα πρέπει να αλλάζουν και να ανταποκρίνονται στις καινούργιες ανάγκες της κοινωνίας. Το ελβετικό Σύνταγμα υπέστη πολλές αναθεωρήσεις από το 1848[10], αλλά όλες αυτές οι αλλαγές είχαν ένα στόχο, τα πράγματα να μείνουν ως έχουν αν δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα. Η τελευταία τροποποίηση του ελβετικού συντάγματος, ενός συντάγματος βαθιά συντηρητικού και πουριτανικού, άρχισε το 1965 και ολοκληρώθηκε το 1999. «Στην τρίτη φάση ωστόσο (1987-1999) οι φιλοδοξίες μετριάστηκαν και επικράτησε η θέση του K. Eichenberger να γίνει μια ρεαλιστική συνταγματική αναθεώρηση, που θα εκσυγχρόνιζε αλλά θα σεβόταν την υφιστάμενη θεσμική αρχιτεκτονική. Η απόφαση αυτή στηριζόταν στη σκέψη ότι η αναθεώρηση ούτε κοινωνικοπολιτικές κρίσεις μπορεί να αποσοβήσει ούτε ριζοσπαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις να επιφέρει. Έτσι, το φιλόδοξο και πολυετές σχέδιο της ριζικής αναθεώρησης του Συντάγματος αντικαταστάθηκε από ένα μετριοπαθέστερο και ηπιότερο, αυτό που επιτεύχθηκε ήταν μια επικαιροποίηση του συνταγματικού κειμένου χωρίς την υιοθέτηση σημαντικών αλλαγών»[11]. Τα περισσότερα Συντάγματα στον κόσμο αναφέρονται στο όνομα του Λαού από τον οποίο πηγάζει η εξουσία και δια του οποίου αποκτούν ισχύ, εκτός από εκείνα τα Συντάγματα των θεοκρατικών καθεστώτων όπου η ισχύ του Μουλατείου πηγάζει από το θεό τους. Και το νέο ελβετικό Σύνταγμα ξεκινά με τη φράση «Στο όνομα του παντοδύναμου θεού» και φυσικά δεν άγγιξε ούτε κατά κεραία την ιερότητα της ‘ατομικής ιδιοκτησίας’ και την απάνθρωπη σκληρότητα του συστήματος της οικονομίας της αγοράς.
    Με όσα προηγήθηκαν, για τον προσεχτικό αναγνώστη, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η ελβετικού τύπου ‘Άμεση Δημοκρατία’, δεν είναι παρά μια στολισμένη αστικοδημοκρατική μαϊμού, αλλά στο βαθμό που κάποια στοιχεία της δικαιολογούν αυτό το χαρακτηρισμό, είναι δεμένη χειροπόδαρα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά να καταντάει διακοσμητικό στοιχείο ενός τμήματος του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, που λειτουργεί ως κλεπταποδόχος της λεηλασίας του πλούτου όλων των χωρών του πλανήτη και ως πλυντήριο όλου του βρώμικου χρήματος που συγκεντρώνουν όλες οι εθνικές και διεθνείς μαφίες από τη διαπλοκή, από τις μίζες και το εμπόριο όπλων, ναρκωτικών, πορνείας, Trafficking, αρχαιοκαπηλίας κ.λπ.. Και είναι αυτός ο ρόλος του κοινού θησαυροφυλακίου όλων των διαπλεκόμενων ελίτ, μεγαλοκλεπτών, ληστών και καταχραστών του πλανήτη, ο λόγος που επιβάλλει τη διατήρηση της ‘ουδετερότητας’ της Ελβετίας, για την οποία ο παραπλανημένος λαός της Ελβετίας νοιώθει υπερήφανος, γιατί ακριβώς δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να πιστέψει πως είναι κάλπικη. Ο γνωστός Ελβετός κοινωνιολόγος Jean Ziegler είναι αποκαλυπτικός για τα έργα και τις ημέρες της ‘ελβετικής άμεσης δημοκρατίας’ στα χρόνια της ακμής του χιτλερισμού: «Χωρίς τη βοήθεια της Ελβετίας, η Γερμανία θα είχε ηττηθεί από τον Οκτώβρη του 1944.(…) Η Ελβετία υποστήριξε ενεργά τη ναζιστική Γερμανία, αφήνοντας ανοιχτές στους Γερμανούς τις συγκοινωνίες βορρά-νότου μέσω του περάσματος του Saint Gothard, παραδίδοντάς τους ποσότητες εξοπλισμού ακριβείας, οπτικών εργαλείων κ.λπ. και ‘ξεπλένοντας’ τα λάφυρα από τις ναζιστικές λεηλασίες, ιδιαίτερα με την ανταλλαγή κλεμμένου χρυσού έναντι χρήσιμου συναλλάγματος (…) To 1941-42 υπολογίζεται ότι το 60% της βιομηχανίας όπλων , το 50% της βιομηχανίας οπτικών οργάνων και το 40% της βιομηχανίας μηχανημάτων εργαζόταν για το Γ Ράιχ (…) Η Ελβετία είχε μια ιδιαίτερη σημασία για το Γ Ράιχ εξαιτίας του ρόλου της στην αγορά χρήματος (…) Ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού χρυσού ήταν προϊόν αρπαγών… Οι Ελβετοί αρμόδιοι δεν αγνοούσαν το πρόβλημα του κλεμμένου πολύτιμου μετάλλου (…) Η Ελβετία γλίτωσε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χάρις στην ενεργητική, επιτήδεια και οργανωμένη συνενοχή της με το Γ ΄Ράιχ. Από το 1940 έως το 1945, η ελβετική οικονομία εντάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στον οικονομικό χώρο της Μεγάλης Γερμανίας[12]». Ο ρόλος του ελβετικού τραπεζικού συστήματος ήταν πάντα και παραμένει αυτός του κλεπταποδόχου και του πλυντηρίου βρώμικου χρήματος. Αυτός όμως ο ρόλος προϋποθέτει σχέσεις συνεργασίας και εμπιστοσύνης με την παγκόσμια μαφιόζικη καπιταλιστική ολιγαρχία, πράγμα που προφανώς έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της κυρίαρχης ελβετικής ελίτ περί ελβετικής ουδετερότητας και Άμεσης Δημοκρατίας.
    Η μονόπλευρη ουδετερότητα απέναντι στο δίκαιο και στους Λαούς θύματα του Κεφαλαίου, προϊόν της στενής συνεργασίας με τους θύτες, μπορεί να προσφέρει ακόμα στους Ελβετούς κάποιο επίπεδο ευημερίας, επανάπαυσης και συντηρητικών ψευδαισθήσεων, αλλά δεν μπορεί να δικαιολογήσει το χαρακτηρισμό της ιδιόμορφης αστικής-κοινοβουλευτικής, καπιταλιστικής δημοκρατίας τους, ως Άμεση Δημοκρατία, για τον απλούστατο λόγο, πως δεν φτάνει η ‘δημοκρατική γυμναστική’, με κάποια στημένα δημοψηφίσματα για οριακές τροποποιήσεις νόμων ή ακόμα και για επουσιώδεις αλλαγές του Συντάγματός τους, να εμφανίσει τις όποιες ‘αμεσοδημοκρατικές ψευδαισθήσεις’ της κλεπτοκρατίας και των αφελών οπαδών της, ως Άμεση Δημοκρατία. Το Ελβετικό Κόμμα της Εργασίας και πολλοί Ελβετοί που βλέπουν τον κόσμο χωρίς καπιταλιστικές ιδεολογικές παρωπίδες, αγωνίζονται «μαζί με όλες τις δυνάμεις που αντιστέκονται στον καπιταλισμό για να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την εκμετάλλευση και υποστηρίζουν όλους τους ανθρώπους και τις οργανώσεις που είναι πεπεισμένοι πως ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός…»[13].
    Από τα όσα προηγήθηκαν προκύπτει πως καπιταλισμός και Άμεση Δημοκρατία δεν μπορούν, ως αλληλοαποκλειόμενα κοινωνικά συστήματα, να συνυπάρξουν, όσο κι’ αν η προπαγάνδα και η άγνοια προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο.
    _____________________
    * Απόσπασμα από το βιβλίο μου, «Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό», ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012, με μοναδική προσθήκη την υποσημείωση 10.
    [1] Der Bund kurz erklaert, Scweizerische Eidgenossenschaft, Bundeskanzlei 2008, Seite 10.
    [2] http://de.wikipedia.org/wiki/Werner_Stauffacher και wikipedia.org/wiki/Arnold_von_Melchtal
    [3] Der Bund kurz erklaert, Scweizerische Eidgenossenschaft, Bundeskanzlei 2008, Seite 14.
    [4] Ό. π.
    [5] Ό. π.
    [6] Ό. π., σελ. 16.
    [7] Όλα αυτά τα στοιχεία αντλούνται από το προαναφερθέν επίσημο κείμενο και είναι εντυπωσιακό πως με την επιλεγμένη χρήση συνώνυμων λέξεων επιχειρείται μια υποβάθμιση της ουσίας, όπως για παράδειγμα αντί των όρων Volksinitiative που σημαίνει Λαϊκή Πρωτοβουλία, χρησιμοποιούν τον όρο Volksbegehren που σημαίνει λαϊκή επιθυμία, αλλά και λαϊκή απληστία και αντί των όρων Vorschlag (πρόταση), ή Forderung (αίτημα ή απαίτηση) χρησιμοποιούν τον όρο Anregung που σημαίνει ανακίνηση, παρακίνηση, αλλά και παρόρμηση.
    [8] Ό. π., σελ. 17.
    [9] Ό. π., σελ. 17.
    [10] Η αντίληψη πως ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι ο συντάκτης του ελβετικού συντάγματος είναι πλανημένη, ή και παραπλανητική και δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Είναι όμως πραγματικότητα πως ο Ιωάννης Καποδίστριας, ενεργώντας ως διπλωματικός σύμβουλος του Τσάρου αρχικά και ως πληρεξούσιος υπουργός της Ρωσίας για την Ελβετία το 1813, κατάφερε να γεφυρώσει τις διχαστικές διαφωνίες μεταξύ των διάφορων καντονιών της Ελβετίας, να εδραιώσει την ενότητά τους και τελικά να επιβάλλει την πολιτική της Ρωσίας για την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της Ελβετίας από τη Γαλλία και ενάντια στην Αυστρία που επεδίωκε προνομιακή σχέση ή ακόμα και τη δορυφοροποίηση της Ελβετίας, προτείνοντας σχετικές τροποποιήσεις του ελβετικού συντάγματος. Άλλωστε το σύνταγμα της Ελβετίας αναθεωρήθηκε ριζικά το 1848, δεκαεπτά χρόνια μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αναβαθμίζοντας την Ελβετία από χαλαρή ‘Ένορκη Συμμαχία’ σε Συνταγματική Ομοσπονδία. Έκτοτε υπέστη πολλές τροποποιήσεις και μεταρρυθμίσεις, οι σημαντικότερες των οποίων είναι η αναθεώρηση του 1874 και του 1891 που καθιέρωσαν τη σημερινή μορφή ‘άμεσης δημοκρατίας’ με κύριο χαρακτηριστικό το θεσμό του Δημοψηφίσματος και της ‘Λαϊκής Πρωτοβουλίας’, χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν, και μάλιστα σε συνθήκες καπιταλισμού, την πραγματική άμεση δημοκρατία με περιεχόμενο την Αταξική Κοινωνία.
    [11] Παπαδοπούλου Λίνα, Παλαιά Ευρώπη Νέα Συντάγματα. Μια περιήγηση στις αναθεωρήσεις των συνταγμάτων της Δυτικής Ευρώπης στο γύρισμα του αιώνα,www.antigone.gr/en/library/files
    [12] Ziegler Jean, Η Ελβετία, ο χρυσός και οι νεκροί, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2007, σελ. 27, 37 και 43.
    [13] Der Bund kurz erklaert, Scweizerische Eidgenossenschaft, Bundeskanzlei 2008, Seite 21. http://infonewhumanism.blogspot.gr/2013/09/blog-post.html,

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s