Σύνταγμα, άρθρο πρώτο

6.participation

Το σύνταγμα δεν ορίζει ποιος έχει την εξουσία, την εξουσία την έχουν οι πιο δυνατοί. Το σύνταγμα το δίνουν αυτοί που έχουν την εξουσία στους άλλους. Αν μπορούσαν να μην έδιναν σύνταγμα και κάθε φορά να αποφάσιζαν τι επιτρέπεται και τι όχι θα το έκαναν έτσι. Το σύνταγμα τους βολεύει ως αντικατάστατο της βίας που θα ασκούσαν αν οι διαφορές δεν λύνονταν πάνω σε ένα κείμενο αλλά κάθε φορά αναμετρώντας τις δυνάμεις τους οι δύο πλευρές.

Τη συζήτηση για το σύνταγμα την θέλουν πρώτοι απ’ όλους αυτοί που το δίνουν, οι ολιγαρχικοί. Συζητώντας για το σύνταγμα του δίνουμε αξία, και όταν του δίνουμε αξία αναγνωρίζουμε την εξουσία αυτών που το έδωσαν. Όχι ότι δεν έχουν την εξουσία, αλλά δεν δικαιούνται την εξουσία. Συζητώντας για το σύνταγμα αποδίδουμε, ευθέως ή πλαγίως, αξία στα άρθρα του, με τον κίνδυνο να πεισθούμε ότι για να πάρει το σύνολο την εξουσία θα πρέπει να το λέει το σύνταγμα. Δεν θα μας πει το σύνταγμα πότε έχουμε την εξουσία. Εμείς θα το ενημερώσουμε όταν την έχουμε, αν θέλουμε. Αν δεν θέλουμε, θα το καταργήσουμε.

Ακόμα όμως και στην περίπτωση που πρέπει να σκεφτούμε τι θα αλλάζαμε στο σύνταγμα, όσο βρισκόμαστε στην προ δημοκρατίας εποχή, δεν πρέπει, νομίζω, να παρασυρόμαστε από τη δίψα για δικαιοσύνη και να συζητάμε αλλαγές άρθρων. Πρέπει να συζητάμε για αλλαγή άρθρου, του πρώτου (έτσι, για να το κάνουμε και ωραίο). Το περί ευθύνης υπουργών είναι όντως κατάπτυστο. Ακόμα και ένας όμως να υπάρχει ανάμεσά μας που να έχει μία υποψία ότι ενδέχεται σ’ αυτό το άρθρο να υπάρχουν ψήγματα αλήθειας, αυτόν τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον κάνουμε δώρο στους ολιγαρχικούς. Δεν πρέπει να δώσουμε τη χαρά στους ολιγαρχικούς να επιχειρηματολογήσουν ελπίζοντας στην υποστήριξή του. Σαυτόν τον άνθρωπο θα πούμε ότι στη δημοκρατία θα έχει την ευκαιρία να προτείνει ό,τι θέλει, και θα έχει και την ευκαιρία να πείσει τους συμπολίτες του, και αν το καταφέρει θα τον ευχαριστήσουμε για τις υπηρεσίες του. Θα του πούμε επίσης ότι για να γίνει αυτό, για να αποκτήσει αυτός αυτή τη δύναμη, πρέπει να επικεντρωθούμε όλοι στο πρώτο. Tο οποίο πρώτο άρθρο θα πρέπει να λέει ότι την εξουσία την έχει και την ασκεί το σύνολο, ότι το σύνολο μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάρει οποιαδήποτε απόφαση, και ότι αυτό το άρθρο δεν αλλάζει και υπερισχύει όλων.

Η προηγούμενη παράγραφος θα μπορούσε και να έλλειπε. Αποτελεί αντίφαση με τα πρώτα. Αλλά επειδή καμιά φορά χρειαζόμαστε έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο, που να μπορούμε όλοι να τον φανταστούμε, και να εμπεριέχει όλα όσα θέλουμε, εγώ θα έθετα αυτόν. Πετυχαίνοντας αυτόν τον στόχο ανοίγει ο δρόμος για το σύνολο να κάνει όσες αλλαγές θέλει σε άρθρα και νόμους. Δεν θέλουμε να πούμε στο σύνολο τι θα αποφασίσει όταν θα πάρει την εξουσία. Θέλουμε να αποφασίζει.

Θωμάς Μαντζαρίδης

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged , | Σχολιάστε

Σύνταγμα και συνταγματολόγοι

10.democracy-means-everyone _ small

Διάβασα κάποιες «απόψεις» συμπολιτών μας, απαντήσεις στην κριτική που του ασκήθηκε, ότι ο Μπένυ είναι «έγκριτος» Συνταγματολόγος επομένως είναι δουλειά του να μας υποδεικνύει, σαν σε μαθητούδια, ποιο είναι το «καλό» Σύνταγμα και ποια η “ορθή” ερμηνεία του. Σάμπως αυτός έρχεται στη δουλειά μας να μας πει π.χ. πως θα κάνουμε την εγχείρηση, πόσο θα σφίξουμε το μπουλόνι ή αν θα βάλουμε πιπέρι στο φαγητό;

Το «έγκριτος» το αφήνω στην κρίση του αναγνώστη, θα σταθώ όμως στο πασιφανές λάθος να θεωρούμε ότι η επίφαση επιστημοσύνης του τίτλου του Συνταγματολόγου, σημαίνει αυτομάτως αντικειμενική και αμερόληπτη τοποθέτηση. Δεδομένο πρέπει να θεωρηθεί το αντίθετο. Ο “Μπ.”, λόγω της ιδιότητας του ως πολιτικός, έχει συμφέρον να τοποθετηθεί ιδιοτελώς και υποκειμενικά. Ποιος θα εμπιστευόταν άραγε ένα διεθνή διαιτητή για να σφυρίξει σε παιχνίδι όπου έχει ποντάρει την περιουσία του στη νίκη της μιας ομάδας;

Ακόμη όμως και χωρίς άμεση εμπλοκή είναι λάθος να δεχόμαστε a priori την επιστημονική αριστεία ως εχέγγυο πολιτικής ικανότητας! Για ποιο λόγο να δεχτούμε ότι ένας π.χ. νευροχειρουργός ή αστροφυσικός, ακόμη κι αν είναι κορυφαίος στην επιστήμη του,  μπορεί να αποστασιοποιηθεί από τις προσωπικές μικρότητες, συμφέροντα, πάθη και να λειτουργήσει προς το συμφέρον όλων, μόνο και μόνο επειδή είναι ικανός νευροχειρουργός; Ε, το ίδιο συμβαίνει με το Σύνταγμα και τους Συνταγματολόγους.

Το Σύνταγμα, αν και διατυπωμένο με νομική φρασεολογία, είναι ένα κείμενο ΠΟΛΙΤΙΚΟ. Περιέχει τους όρους και το πλαίσιο, τους κανόνες, τις αρχές και τις αξίες με βάση τις οποίες θέλουμε να λειτουργεί η Πολιτεία στην οποία ζούμε. Σημαντικό κομμάτι του δε, περιγράφει τα όρια και τις δεσμεύσεις των αντιπροσώπων που ασκούν Εξουσία εξ’ ονόματος μας! Το ότι αφήνεται το Σύνταγμα ως “λευκή επιταγή” στα χέρια των πολιτικών ισοδυναμεί με το να πουλάμε ένα σπίτι και να αφήνουμε τον αγοραστή να γράψει και να υπογράψει το πωλητήριο συμβόλαιο και εξ’ ονόματος μας, επειδή διατείνεται ότι «γνωρίζει το καλό μας καλύτερα από εμάς»!

Αλήθεια, πόσοι θα έκαναν κάτι τέτοιο; Όχι πολλοί, φαντάζομαι. Γιατί το επιτρέπουμε στο Σύνταγμα;

Χρίστος Δαγρές

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged , | 1 σχόλιο

Μία πολιτική πρόταση

09.democracy
Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η μητέρα όλων των μαχών στην πολιτική είναι αυτή μεταξύ Δημοκρατών και Ολιγαρχών θα έχουμε κάνει ένα τεράστιο άλμα προς τα μπρος ως ανθρωπότητα.

Κι αυτό, επειδή και η Δημοκρατία και η Ολιγαρχία, δεν είναι απλά πολιτικά συστήματα διαχείρισης ή κατανομής πλούτου και τρόπος λήψεως αποφάσεων, αλλά τρόπος ζωής και τρόπος διαβάθμισης αξιών που αντιστοιχούν σε διακριτές ανθρωπολογίες. Ανάλογα με το ποιοι θα επιβληθούν λοιπόν στα επόμενα 50 χρόνια μιας και οι δυνάμεις συγκεντρώνονται και η προετοιμασία για την μεγάλη αναμέτρηση είναι πλέον ορατή , θα καθορισθεί εικάζω και η μορφή του πολιτισμού και της κοινωνικής ζωής για την επόμενη χιλιετία.

Προσωπικά είμαι συνειδητά και κατασταλαγμένα ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ και θα αγωνιστώ κατά τις δυνάμεις μου για την επικράτηση της πραγματικής και ανόθευτης Δημοκρατίας. Και ως τέτοιος γνωρίζω ότι σήμερα όχι μόνον δεν έχουμε δημοκρατία, αλλά την πιο ύπουλη μορφή ολιγαρχίας που είναι μεταμφιεσμένη σε δημοκρατία: την «Αντιπροσωπευτική δημοκρατία των λευκών επιταγών», όπου ο λαός δεν ελέγχει καμία από τις τρεις εξουσίες, ούτε την νομοθετική, ούτε την εκτελεστική και ακόμα περισσότερο την δικαστική.

Όσοι αισθάνεστε παρόμοια νομίζω ότι έχουμε πολλά να πούμε και να κάνουμε ΜΑΖΙ, και αυτό πρέπει επιτέλους να το δώσουμε σχήμα σάρκα και οστά.

Η δικιά μου ιδέα είναι ότι η χώρα μας χρειάζεται επειγόντως την δημιουργία ενός κόμματος ειδικού σκοπού με αποκλειστική στόχευση την αλλαγή των θεσμών προς την επίτευξη πραγματικής δημοκρατίας, αποκομματικοποίησης του κράτους και της κοινωνίας και αντικατάστασης των διακομματικών ελέγχων της συναλλαγής και της διαφθοράς από κοινωνικούς ελέγχους. Κι αυτό βέβαια θα γίνει με σχέδιο και με επιμέρους στοχεύσεις που θα περιγραφούν μία προς μία.

Απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως δεξιούς αριστερούς κεντρώους νεοφιλελεύθερους φιλελεύθερους που θέλουν να ζήσουν σ’ ένα κόσμο με δημοκρατικές δομές και αξίες.

Δεν πρόκειται να διδάξουμε ή να επιβάλουμε κάποιο σύστημα για να παίζουμε μπάλα. Φτιάχνουμε το γήπεδο. Γιατί χωρίς γήπεδο δεν μπορείς να παίξεις τίποτα.

Δεν θέλω να επεκταθώ περαιτέρω απλά θέλω να το μοιραστώ μαζί σας όλο αυτό και ν’ ακούσω τη γνώμη σας.

Υ.Γ Εσείς που ανήκετε σε κάποιο κόμμα ή έστω έχετε ήδη αποφασίσει τι ή ποιον θα στηρίξετε στις επόμενες εκλογές, δεν χρειάζεται να ξοδεύεστε με επιχειρήματα ότι δεν είναι της ώρας η δημιουργία κάτι τέτοιου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος του τάδε ή του δείνα, Η διαλεκτική σας είναι γνωστή και απολύτως βαρετή. Τζάμπα θα εκτεθείτε. Ευχαριστώ.

Δημήτρης Ζαφείρης

Posted in Χωρίς κατηγορία | 7 Σχόλια

Η πολιτική ως μία ιστορικά κατασκευασμένη έννοια

08.glarus-landesgemeinde.jpg

Ακούμε συχνά πολλούς συμπολίτες μας να απορούν σχετικά με το γιατί ο «κόσμος» δεν ξεσηκώνεται. Μετά από περίπου επτά χρόνια πολιτικής και οικονομικής κρίσης, οι Έλληνες φαίνεται όντως να μην μπορούν να αντιδράσουν.

Ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί εύκολα και πρέπει να οδηγήσει σε άλλες ερωτήσεις με τις οποίες θα ήταν χρήσιμο να προβληματισθεί όποιος ενδιαφέρεται για το τι συμβαίνει στην χώρα μας.

Ένα πρώτο ερώτημα θα μπορούσε να είναι το εξής: ρωτάμε «γιατί δεν αντιδρούμε πολιτικά» ή «γιατί δεν αντιδρούν οι άλλοι πολιτικά»; Δηλαδή, αυτός που διερωτάται το παραπάνω, συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του στους πολιτικά αδρανείς; Αν όχι, αν για κάποιο λόγο εξαιρεί τον εαυτό του από την πολιτική αδράνεια, ποια είναι η πολιτική δράση που έχει αναλάβει ο ίδιος;

Ένα δεύτερο ερώτημα συνδέεται με την ίδια την φύση της δράσης. Πριν ακόμα φτάσουμε στην πολιτική δράση, θα πρέπει να δούμε τους μηχανισμούς με τους οποίους δρούμε γενικότερα στην καθημερινότητα μας. Ποιοι είναι αυτοί; Πόσο επιτυχημένοι είναι; Πως θα μπορούσαν να συνδυαστούν με ή να αποκτήσουν μία συλλογική και άρα πολιτική διάσταση; Μήπως, εν τέλει, έχουμε εκπαιδευτεί να μην δρούμε γενικότερα;

Επίσης, αν η πολιτική είναι μία ιστορικά κατασκευασμένη έννοια, δεν είναι απόλυτα λογικό να δυσκολευόμαστε να δράσουμε; Αν η πολιτική δράση μάς είναι βιωματικά άγνωστη πως μπορούμε να μας κατηγορούμε για αδράνεια; Σε μία συνέντευξη του, ο Γάλλος κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ είχε σημειώσει τα εξής: «……. η “πολιτική” είναι μία καθαρά ιστορικά κατασκευασμένη έννοια, μια έννοια που κατασκευάστηκε μόλις προσφάτως˙ το σύμπαν αυτού που αποκαλώ πολιτικό πεδίο είναι, στην ουσία, μία επινόηση του 19ου αιώνα[1]

Έτσι, αν για τον πολίτη του Glarus (η φωτογραφία είναι την από ετήσια λαϊκή συνέλευση στο καντόνι αυτό), ή του Appenzell, η πολιτική είναι ένα κομμάτι της ζώσας ιστορίας του, ένα κομμάτι σχεδόν του DNA του, μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Έλληνα «πολίτη»; Όταν για τους πρώτους η πολιτική είναι δράση του «κοινού ανθρώπου» από τον 12ο αιώνα και μέχρι σήμερα, μήπως είμαστε ιδιαίτερα αυστηροί με όλους εμάς για τους οποίους η μαζική (με την έννοια της εισόδου του συνόλου των πολιτών σε αυτή) πολιτική είναι κάτι εντελώς πρόσφατο και μάλιστα ιδιαίτερα αποδυναμωμένο;

Η προσωπική μου άποψη είναι πως θα πρέπει να πάψουμε να εξετάζουμε το τι κάνουν (ή δεν κάνουν) οι συμπολίτες μας όσο αφορά την πολιτική και να εστιάσουμε στο τι κάνουμε εμείς. Ο κάθε ένας από εμάς προσωπικά, αλλά φυσικά (για πολιτική μιλάμε) και συλλογικά.

Στην συνέχεια θα πρέπει να θέτουμε τον πήχη των προσωπικών μας πολιτικών στόχων ελάχιστα πιο ψηλά από ό,τι ήδη μπορούμε να πετύχουμε. Η κούραση είναι σημάδι δράσης και ως εκ τούτου είναι αναπόφευκτη για όλους όσους δρουν (και πολιτικά). Αντίθετα, η απογοήτευση δείχνει πως οι στόχοι μας ήταν από την αρχή υπερβολικοί ή λανθασμένοι.

Τέλος, όσοι από εμάς μιλάμε για δημοκρατία και οι συμπολίτες μας μάς «γυρνούν την πλάτη» θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως κάτι σε αυτό το οποίο λέμε ή στον τρόπο με τον οποίο το λέμε είναι λάθος. Αν θεωρούμε πως το λάθος βρίσκεται στους συμπολίτες μας και τι αυτοί μπορούν να κατανοήσουν, τότε μάλλον δεν μιλάμε για δημοκρατία.

Βουρλής Πέτρος

[1] Pierre Bourdieu, Roger Chartier Ο Κοινωνιολόγος και ο Ιστορικός, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, σελ.42

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Οι τέσσερις γενικές αρχές της πραγματικής δημοκρατίας

07.RD-vs-Real-Democracy-1024x539 _ 2 _ small

Από το βιβλίο των Verhulst και Nijeboer (δωρεάν στα Αγγλικά εδώ) αντιγράφουμε τις τέσσερις γενικές αρχές της δημοκρατίας σε μία λαϊκή συνέλευση. Οι ίδιες αρχές πρέπει να ισχύουν σε οποιαδήποτε άλλη δημοκρατική διαδικασία (π.χ. σε ένα δημοψήφισμα). Ας τις δούμε αναλυτικά:

“Κάθε δημοκρατική λαϊκή συνέλευση διέπεται από κάποιες γενικές αρχές.

  1. Η αρχή της ισότητας

Η αρχή της ισότητας αποτελεί την βάση της λαϊκής συνέλευσης : όλα τα ώριμα (με την έννοια του υπόχρεου λογοδοσίας) μέλη της κοινότητας μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή, διαθέτοντας ίση βαρύτητα στη λήψη των αποφάσεων.

Δεν είναι εύκολο να θεμελιώσουμε την έννοια της ισότητας ως θετική αρχή. Ωστόσο είναι εύκολο να την στηρίξουμε την έννοια της ισότητας με αρνητικό τρόπο. Εξάλλου το δημοκρατικό ιδεώδες βασίζεται στη θεμελιώδη αρχή πως δεν υπάρχει ανώτερη εξουσία από τον λαό. Η αρχή αυτή σημαίνει πως είναι εξ’ ορισμού όλοι ίσοι. Εάν κάποιοι από τους συμμετέχοντες έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλους κατά την λήψη  των αποφάσεων, μόνο λόγω του ποιοι είναι, τότε επιστρέφουμε στην ολιγαρχία.

Έτσι  η ψήφος κάθε ώριμου προσώπου έχει την ίδια βαρύτητα. Η ιστορία της δημοκρατίας στη διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν κυρίως μια μάχη γι’ αυτή την αρχή, μια μάχη που διεξήχθη κυρίως σε τρία μέτωπα: το σύστημα της καθολικής ισοψηφίας των ατόμων (στο οποίο το κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιδιοκτησία, την ηλικία ή τις ικανότητές του/της έχει ισότιμη ψήφο), το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και το δικαίωμα ψήφου ανεξάρτητα από  διαφορετικά βιολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. δικαίωμα ψήφου των έγχρωμων στη Νότια Αφρική).

  1. Το δικαίωμα στην πρωτοβουλία

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας σημαίνει ότι κάθε μέλος της λαϊκής συνέλευσης έχει ίσο δικαίωμα να υποβάλλει προτάσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ατζέντα της συνέλευσης δεν τίθεται από κάποια ελίτ.

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ειδική εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθεση προτάσεων δε διέπεται από κανόνες. Για παράδειγμα, τέτοιοι κανόνες μπορούν να ορίζουν ότι μια πρόταση πρέπει να κατατίθεται 14 ημέρες πριν από την συνέλευση ή ότι πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον εκατό μέλη της συνέλευσης. Το ουσιώδες εδώ είναι ότι οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους.

  1. Η αρχή της πλειοψηφίας

Στην ιδανική περίπτωση υφίσταται ομοφωνία: όλοι συμφωνούν σε μια πρόταση. Ωστόσο η ομοφωνία συνήθως δεν επιτυγχάνεται. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται η αρχή της πλειοψηφίας. Αποτελεί απόρροια της αρχής της ισότητας και προέρχεται από την επιθυμία να αποφεύγεται η διασάλευση της συνέλευσης. Η εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας ελαχιστοποιεί τον αριθμό των δυσαρεστημένων. Θα μπορούσε επιπλέον κανείς να ισχυριστεί ότι οποιαδήποτε λύση πέρα από την αρχή της απλής πλειοψηφίας αρνείται την αρχή της ισότητας. Έτσι, αν πούμε ότι ακολουθείται η ενισχυμένη πλειοψηφία (π.χ. δύο τρίτα), τότε μία μειοψηφία μπορεί να αρνηθεί στην πλειοψηφία αυτό που θέλει – για παράδειγμα αν το 60% θέλει την επιλογή Α και ένα 40% θέλει την επιλογή Β.

Η αρχή της πλειοψηφίας έχει μια υπαρξιακή διάσταση. Αποδεχόμενοι αυτή την αρχή, αναγνωρίζουμε τις ανθρώπινες ατέλειες. Η ύπαρξη μειοψηφίας δείχνει ότι η συζήτηση και η διαδικασία σχηματισμού αντίληψης ήταν ατελείς. Ταυτόχρονα, η αρχή της πλειοψηφίας μας θυμίζει το γεγονός ότι η δημοκρατία πρέπει πάντα να γίνεται αντιληπτή ως μία ιστορική διαδικασία. Η σημερινή μειοψηφία μπορεί να είναι η αυριανή πλειοψηφία. Οι περισσότερες νέες ιδέες συναντούν αρχικά αντίδραση και απόρριψη, όμως αργότερα μπορεί να γίνουν γενικά αποδεκτές. Ο κανόνας της πλειοψηφίας μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργήσει  σωστά μόνο όταν είναι επαρκώς κατανοητός στην κοινωνία ή την κοινότητα με ιστορικούς όρους. Όταν η απόφαση που έλαβε μία πλειοψηφία ενάντια στην πρόταση μιας μειοψηφίας εκλαμβάνεται από την πρώτη ως ένας απόλυτος ‘θρίαμβος’, πέρα από κάθε ιστορική προοπτική, τότε η ποιότητα της δημοκρατίας πλήττεται.

Η αρχή της πλειοψηφίας αντιτίθεται σε κάθε ελιτίστικη τάση. Τα αυταρχικά κινήματα δεν αναγνωρίζουν ποτέ την αρχή της πλειοψηφίας. Ενθαρρύνουν πάντοτε την εικόνα μιας ‘πρωτοπορίας’ ή μιας  ελίτ που μπορεί να επιβάλλει τη θέληση της στην πλειοψηφία. Οι λενινιστές θα μιλήσουν για τον πρωτοποριακό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος και την δικτατορία του προλεταριάτου. Οι εθνικοσοσιαλιστές θα μιλήσουν για ελίτ βασισμένες σε φυλετικά χαρακτηριστικά. Οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές θα απορρίψουν τα ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες και τους διαφωνούντες, ακόμη κι αν οι ομάδες αυτές αποτελούν την πλειοψηφία.

Με έναν πιο μετριασμένο αλλά ωστόσο υπαρκτό τρόπο, η ελιτίστικη αυτή αρχή υπάρχει και μεταξύ των υποστηρικτών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο Dewachter (1992, σ. 70) το θέτει ως εξής: «Σύμφωνα με τη βασική ιδέα της ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσω της επιλογής των ‘φιλοσόφων – ηγεμόνων’. Εκλέγεται ένα δείγμα αντιπροσώπων του λαού που αντιστοιχεί σε μια αντιπροσωπευτική κατανομή του πληθυσμού ολόκληρης της επικράτειας. Εντούτοις τα εκλεγμένα μέλη αφ’ εαυτά δεν είναι πλέον αντιπροσωπευτικά, δεν αποτελούν ένα μέσο όρο, αλλά είναι οι άριστοι. Το κοινοβούλιο είναι  η συνέλευση των αρίστων του έθνους.». Ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Thomas Dehler, το είπε ως εξής: «Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί παρανόηση της φύσης της δημοκρατίας η άποψη πως το κοινοβούλιο είναι ο εντολοδόχος της λαϊκής βούλησης. Θεωρώ πως η φύση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι κάτι αρκετά διαφορετικό: είναι στην πραγματικότητα μία κοινοβουλευτική αριστοκρατία. Τα μέλη του κοινοβουλίου έχουν το καθήκον και τη ευκαιρία να δρουν υπό γενικότερο πρίσμα έχοντας ανώτερη γνώση από τον απλό πολίτη», (όπως αναφέρεται στο Dewachter, 2003, σ. 30).

Για αυτή την ξεκάθαρη έκφραση της ελιτίστικης ιδέας πίσω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ο Dehler επιδοκιμάσθηκε όχι μόνο από τους Χριστιανοδημοκράτες, αλλά επίσης από τους Φιλελεύθερους και τους Σοσιαλιστές. Από αυτή την άποψη η διαφορά με τα ολοκληρωτικά συστήματα ενός αμιγώς κοινοβουλευτικού συστήματος είναι πως, η ελίτ πρέπει να αποκτά την τυπική πλειοψηφία από τον λαό. Εκείνο όμως που είναι κοινό στο αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα και στο ολοκληρωτικό σύστημα είναι πως επιτρέπουν την εφαρμογή νόμων ενάντια στην βούληση της πλειοψηφίας του λαού.

  1. Η αρχή της εντολής

Η συνεχής επίτευξη ομοφωνίας είναι ανέφικτη σε μια δημοκρατία. Γι’ αυτό και η αρχή της πλειοψηφίας είναι μέρος του δημοκρατικού ‘αρχέτυπου’ της δημοκρατίας. Όμως υπάρχει κι άλλο ένα πρόβλημα. Η καθολική συμμετοχή στη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι επίσης ανεπίτευκτη. Θα υπάρχουν πάντα μέλη της κοινότητας που δεν θα θέλουν να παίρνουν μέρος στη λήψη αποφάσεων σε συγκεκριμένα θέματα: είτε γιατί δεν έχουν το χρόνο είτε γιατί πιστεύουν ότι δεν έχουν επαρκή γνώση είτε για άλλους λόγους. Έτσι, επιπρόσθετα  στην αρχή της πλειοψηφίας, εισάγεται και η αρχή της εντολής: αυτοί που δεν συμμετέχουν στη λαϊκή συνέλευση θεωρείται πως έχουν δώσει εντολή σε αυτούς που συμμετέχουν.

Η αρχή της εντολής δεν μπορεί να αποφευχθεί με την θέσπιση υποχρεωτικής ψηφοφορίας ή υποχρεωτικής συμμετοχής. Ακόμη και αν έχει οριστεί από τον νόμο η υποχρεωτική συμμετοχή στην λαϊκή συνέλευση, θα πρέπει πάντοτε να υπάρχει μία ρύθμιση για αυτούς που δεν την τηρούν. Οι αποφάσεις της λαϊκής συνέλευσης θα δεσμεύουν πάντα και τους απόντες.

Έτσι η αρχή της εντολής δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τη διαφορά μεταξύ του αντιπροσωπευτικού και του αμεσοδημοκρατικού τρόπου λήψης των αποφάσεων. Η αρχή της εντολής αποτελεί άμεση συνέπεια του γεγονότος πως εξ’ ορισμού οι νόμοι αφορούν όλα τα μέλη της κοινότητας. Με άλλα λόγια: δεν μπορώ να αρνηθώ ότι ένας νόμος αφορά εμένα προσωπικά με το επιχείρημα ότι δεν πήρα μέρος στη  δημιουργία του. Μη συμμετέχοντας στη λήψη της απόφασης για τη δημιουργία του νόμου, θεωρείται αυτόματα ότι έχω δώσει εντολή σε αυτούς που πήραν τελικά την απόφαση. Χωρίς αυτή την αρχή ο καθένας θα εξαιρούσε τον εαυτό του από την εφαρμογή των νόμων  κατά το δοκούν.

Επομένως, σε μια αμεσοδημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, μέσα από την λαϊκή συνέλευση –  από τυπικής έποψης – υπάρχουν πάντα δύο αποφάσεις που πρέπει να παρθούν:

  • Πρώτα λαμβάνεται απόφαση σχετικά με την εντολή: κάθε πολίτης αποφασίζει είτε ότι θα πάρει προσωπικά μέρος στο ‘κατά περίπτωση (ad hoc) κοινοβούλιο’ που θα αποφασίσει σχετικά, είτε ότι θα δώσει εντολή στους συμπολίτες του (το οποίο γίνεται με την μη-συμμετοχή του).
  • Δεύτερον, η λαϊκή συνέλευση αποφασίζει σχετικά με το ζήτημα έπειτα από συζήτηση.”
Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Επίλυση πολιτικών προβλημάτων και εύλογες απορίες

6.Problems - Solutions

Εύλογες, απόλυτα εύλογες (πολιτικές) απορίες ενός συμπολίτη μας.

«Θέλω να απευθυνθώ στους συνομήλικούς μου (10 πάνω, 10 κάτω) και να κάνω μια έκκληση : Είμαστε σε τέτοια ηλικία πλέον , ώστε σ’ ό,τι καταγγελία κάνουμε, σε ό,τι διαμαρτυρία , σ’ ό,τι «κακώς κείμενο» εντοπίζουμε ,πρέπει να υπάρχει κάποιο «διά ταύτα» . Δεν είμαστε μικρά παιδάκια για να μένουμε σε γκρίνιες σε θυμούς και σε κλάματα.

Γιατί πολιτικά φερόμαστε τόσο ανώριμα ενώ στην προσωπική μας ζωή όχι; 

Αν σπάσει , για παράδειγμα, μια σωλήνα της ύδρευσης στο πάτωμα του σπιτιού μας και το πλημμυρίζει , αρκούμαστε στο να καταγγείλουμε το εργοστάσιο που έφτιαξε τις σωλήνες, να θυμώσουμε με τον δήμαρχο που δεν φιλτράρει τα νερά που είναι γεμάτα λάσπη, να σκυλοβρίσουμε τον εργολάβο που έκανε την οικοδομή τόσο κακότεχνα ή πρώτα απ’ όλα να προσπαθήσουμε να επιδιορθώσουμε τη βλάβη ; 

Και δεν έχει σημασία αν τα καταφέρουμε με την πρώτη η την δεύτερη ή την 1000στή προσπάθεια. Σημασία έχει ότι κινούμαστε να λύσουμε το πρόβλημα.

Δεν θα ήταν ανώριμο και καταστροφικό αν μέναμε μόνον στο θυμό και στις βρισιές και δεν κάναμε τίποτε απολύτως να λύσουμε το πρόβλημα; Για να λύσουμε όμως το πρόβλημα πρέπει να πάρουμε αποφάσεις. Ακόμη και τον ποιον υδραυλικό θα καλέσουμε να μας το λύσει είναι μια σημαντική απόφαση που θα την πάρουμε εμείς οι ίδιοι και όχι οι γείτονες.

Γιατί όμως δεν κάνουμε το ίδιο και στην πολιτική; 

Σίγουρα υπάρχουν πολλές απαντήσεις σ’ αυτό το ερώτημα και πολλές ερμηνείες. Δεν έχει σημασία όμως ποια θα διαλέξουμε που να μας ταιριάζει, αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι όπως και στην ατομική μας ζωή έτσι και στην πολιτική πρέπει να κινούμαστε με γνώμονα την λύση και όχι την καταγγελία που μένει καταγγελία

Τι θα απαντούσαμε λοιπόν στην απορία του συμπολίτη μας Δημήτρη Ζαφείρη; Σκεφτείτε το, δώστε την δική σας απάντηση και μοιραστείτε την με εμάς.

Posted in Χωρίς κατηγορία | 3 Σχόλια

Πολιτικές αυταπάτες

03.oxi-5-780x423.jpg
Στον ιστότοπο του Σταύρου Λυγερού αναρτήθηκε μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση του γνωστού δημοσιογράφου και συγγραφέα όσο αφορά την πορεία της χώρας προς το τρίτο μνημόνιο. Πέρα από τις προσωπικές εκτιμήσεις του καθενός από εμάς, το κείμενο του Λυγερού φαίνεται να προσπαθεί να ισορροπήσει σε μία νηφάλια αποτίμηση των γεγονότων χωρίς ακραίες ερμηνείες και αιχμηρές εκφράσεις. Κάνει δηλαδή κάτι το αυτονόητο για ένα (πολιτικό) κείμενο, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συναντάται συχνά στον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα.

Θα σταχυολογήσω κάποια κομμάτια του κειμένου που νομίζω πως έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τα οποία ίσως μας βοηθήσουν να φτάσουμε σε ένα γενικότερο πολιτικό συμπέρασμα.

Ένας αφελής Πρωθυπουργός

Όταν ένα πολιτικό σύστημα έχει αποκοπεί από την κοινωνία, έχει αυτονομηθεί και ορίζει το ίδιο όλες τις πολιτικές διεργασίες, είναι λογικό όσοι το αποτελούν να προσπαθούν – σχεδόν αποκλειστικά – να διατηρήσουν τα προνόμια τους. Η εμπλοκή των πολιτών είναι ουσιαστικά μηδενική στην πολιτική ζωή της χώρας. Έτσι έχουμε φαινόμενα αναρρίχησης στην απόλυτη εξουσία (που απολαμβάνει ο εκάστοτε Έλληνας πρωθυπουργός) ανθρώπων οι οποίοι δεν θα μπορούσαν (λόγω της ίδιας της δομής του πολιτικού συστήματος) να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις μίας τέτοιας θέσης. Έχουμε λοιπόν έναν νεαρό ο οποίος απλά δεν είχε τις προδιαγραφές να κυβερνήσει: «Η τύχη, άλλωστε, τον είχε ευνοήσει σκανδαλωδώς. Από το περιθώριο της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή τον προώθησε εκεί ο προηγούμενος πρόεδρος του κόμματος Αλέκος Αλαβάνος» και « Όταν η κρίση μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ από ένα μικρό τυπικό κόμμα διαμαρτυρίας σε δεύτερο κόμμα (2012) αυτός έγινε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τέλος, οι εκλογές του Ιανουαρίου 2015 του άνοιξαν την πόρτα για την εξουσία». Το πρόβλημα εδώ δεν είναι ο Τσίπρας (όπως αντίστοιχα δεν ήταν οι Σαμαράς, Παπανδρέου, Καραμανλής και Σημίτης και η ανικανότητα – αν όχι δολιότητα – που τους χαρακτηρίζει) αλλά το ίδιο το πολιτικό σύστημα που παράγει τέτοιους πολιτικούς.

Έχουμε λοιπόν πολιτικούς που στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι απλά αφελείς: «Δεν ήταν, όμως, μόνο η ψυχολογική του ανάγκη που τροφοδοτούσε τη μετέωρη αισιοδοξία του. Ήταν και ο ιδιότυπα αφελής ευρωπαϊσμός του. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, το κυρίαρχο ρεύμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, παραλλήλως με την κριτική που ασκούσε, έτρεφε μία εξιδανικευμένη εικόνα για τον τρόπο που λειτουργεί η ΕΕ.», όπως επίσης «…..αυτός και οι αρμόδιοι υπουργοί του περιορίσθηκαν σε προφορικές υποσχέσεις του Μάριο Ντράγκι και δεν απαίτησαν γραπτή δέσμευση του Eurogroup για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας»  και «….. αντανακλούσαν και δικές τους αυταπάτες. Ήταν αποκαλυπτική η ομολογία του Τσίπρα στη Βουλή πως το σχέδιο συμφωνίας που του είχε παραδώσει ο Γιούνκερ στα μέσα Ιουνίου 2015 ήταν γι’ αυτόν μία δυσάρεστη έκπληξη».

Πλήρης υποταγή και διέξοδο (;) στο δημοψήφισμα

Όταν ο Τσίπρας συνειδητοποίησε πως η πολιτική σε αυτό το επίπεδο είναι κυριολεκτικά πόλεμος και πως όλους αυτούς τους μήνες ήταν εκτός πραγματικότητας, αποφάσισε να παίξει το χαρτί του δημοψηφίσματος. Όχι φυσικά για να δώσει τον λόγο στους μόνους καθ’ ύλην αρμόδιους, δηλαδή τους Έλληνες πολίτες, αλλά για να χρησιμοποιήσει το ΟΧΙ ως διαπραγματευτικό χαρτί. Ένα χαρτί που στην συνέχεια έγινε φανερό πως δεν ήθελε να παίξει: «Όταν διαπίστωσε ότι η άλλη πλευρά δεν μετακινείται στο ελάχιστο και βρέθηκε αντιμέτωπος με την επώδυνη πρόταση-τελεσίγραφο του Γιούνκερ, ο πρωθυπουργός έφθασε στα όριά του. Μην έχοντας ούτε χρόνο ούτε εναλλακτικές λύσεις, κατέφυγε στην προκήρυξη του δημοψηφίσματος, ελπίζοντας ότι η επικράτηση του ΟΧΙ θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική θέση του. Κι αυτό παρότι τα μηνύματα που δημοσίως έστελνε το ευρωιερατείο στην Αθήνα ήταν κατά ριπάς και πανομοιότυπα: Εάν δεν αποδεχθεί το σχέδιο των δανειστών η Ελλάδα θα αφεθεί να χρεοκοπήσει».

Και τώρα τι;

Το κείμενο του Λυγερού έχει ακόμα πολλά ενδιαφέροντα σημεία. Το μόνο σίγουρο – για όσους θέλουν να δουν χωρίς παρωπίδες – είναι ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πολιτική και οικονομική κατοχή. Έχουμε φτάσει στο σημείο να μην εκλέγουμε κυβερνήσεις αλλά υπαλλήλους των δανειστών μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελούσε την τελευταία ελπίδα αντίδρασης εντός του υφιστάμενου και βαθύτατα αντι-δημοκρατικού πολιτικού μας συστήματος. Ό,τι ζούμε από τον Ιανουάριο του 2015 ως και σήμερα αποδεικνύει με απόλυτο τρόπο πως με το αυτό το πολιτικό σύστημα δεν έχουμε καμία ελπίδα. Το πρόβλημα της χώρας είναι πρώτα από όλα πολιτικό και τον όνομα του είναι έλλειμμα δημοκρατίας. Χωρίς την επανεφεύρεση της δημοκρατίας δεν έχουμε καμία απολύτως τύχη. Το πρώτο απαραίτητο βήμα βρίσκεται εδώ. Διαβάστε, σκεφτείτε και υποστηρίξτε το.

Βουρλής Πέτρος

 

 

 

 

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε