Μπορεί η Ελλάδα – και η Ευρώπη – να βγουν οριστικά από την κρίση;

Γράφτηκε από τον/την Σεραφειμ Κοτρώτσος on . Posted in Liberal.gr

Των Σεραφείμ Αθ. Κοτρώτσου* και Νίκου Δ. Σακκά** (πρώτη δημοσίευση στο liberal.gr)

Στην Ευρώπη τα πράγματα δείχνουν να έχουν τελματώσει. Από τη μια το αέναο Brexit και η επέλαση των λαϊκιστών, από την άλλη η επί (Μ/μ)ακρόν έλλειψη ηγεσιών που να εμπνεύσουν τους πολίτες προς ένα επόμενο εξελικτικό στάδιο της Ένωσης, στη βάση αξιών και προοπτικών που ενώνουν, αντί κεκτημένων που απειλούνται και κινδύνων που ελλοχεύουν. Παρόλα αυτά στην Ελλάδα, που ως συνήθως βρίσκεται σε άλλο μήκος κύματος, φαίνεται ύστερα από χρόνια να αναπτερώνεται ένα μέρος της εξαϋλωμένης αισιοδοξίας.

Τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας ελληνικής κυβέρνησης είναι σε γενικές γραμμές θετικά: ύπαρξη σχεδίου, ταχύτητα στην αντιμετώπιση κάποιων πρακτικών ζητημάτων, άμεση νομοθέτηση για μερικές από τις εμβληματικές προγραμματικές δεσμεύσεις, κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής εκπροσώπηση στη διεθνή σκηνή και μια ελεγχόμενη δόση φρέσκου αέρα από ικανούς και εργατικούς ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης, με αξιόλογα βιογραφικά εκτός πολιτικής. Ασφαλώς υπάρχουν και παραδοσιακές προσεγγίσεις, όπως κάποιοι επαγγελματίες πολιτικοί δίχως άλλες «αρετές» για τα καθήκοντά τους, αλλά και κάποιες αχρείαστες «αστοχίες» που μας θυμίζουν τα… όρια της νέας ελληνικής «επιστροφής στην κανονικότητα» (π.χ. διατήρηση του άτυπου πρωθυπουργικού γραφείο ρουσφετιών στη συμπρωτεύουσα, τοποθέτηση σε σημαντική ΔΕΚΟ του υπουργού Οικονομικών- ρέκορντμαν των ελλειμμάτων, του ανθρώπου που, λίγο πριν την κατάρρευση, παρουσίαζε σε ευρωπαίο αξιωματούχο την οικονομική μας πολιτική σε χαρτοπετσέτα, αναβάθμιση υψηλόβαθμου κρατικού λειτουργού που τα είχε βρει όλα καλώς καμωμένα στο Μάτι συνδράμοντας στην ανήθικη προσπάθεια εξαπάτησης του κόσμου από την προηγούμενη κυβέρνηση, κλπ.)

Ωστόσο τώρα που οι εκλογές πέρασαν και απαλλαχθήκαμε από τη χειρότερη κυβέρνηση της ζωής αν όχι της ιστορίας μας, είναι η κατάλληλα αποφορτισμένη στιγμή για να συζητήσουμε σχετικά με μερικές βαθιές παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος. Να σκεφτούμε για τα δομικά στοιχεία, που αν δεν τροποποιηθούν έγκαιρα, η όποια πρόοδος επιτευχθεί θα είναι δίχως συνέχεια. Ένας επόμενος κύκλος «πλάνης» θα διαδεχθεί αυτόν που πρόσφατα κλείσαμε, αργά ή γρήγορα. Νομοτελειακά αυτό θα συμβεί γιατί όπως θα εξηγηθεί παρακάτω είναι η δομή του συστήματός μας τέτοια που κάνει τα φαινόμενα μαζικής εξαπάτησης να ευδοκιμούν. Και η παθογένεια αυτή δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό προνόμιο, καθώς είναι φανερό πως ακόμα και παραδοσιακές δυνάμεις του δυτικού κόσμου με αρκετά πιο καλά θωρακισμένο θεσμικό οπλοστάσιο, (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Ιταλία, κ.α.) έχουν εγκλωβιστεί στην ίδια ακριβώς δίνη.

Ο λάθος ρόλος των κομμάτων

Το πολιτικό μας σύστημα βασίζεται και ενισχύει τα κόμματα, οργανωμένες ομάδες διεκδίκησης της εξουσίας, θεωρητικά για την εφαρμογή της πολιτικής που εκφράζει η σχολή σκέψης που αντιπροσωπεύουν στη δημόσια συζήτηση.

Η ρόλος τους θεσπίστηκε ως η θεσμική έκφραση της σύγκρουσης πολιτικο-οικονομικών θεωριών για τον τρόπο οργάνωσης και ευημερίας της κοινωνίας. Τα κυρίαρχα ρεύματα ήταν πάντα αυτά του καπιταλισμού, του κομμουνισμού, του σοσιαλισμού καθώς και επί μέρους μειγμάτων τους ενίοτε με εθνικές ή / και θρησκευτικές επικαλύψεις (π.χ. Χριστιανοδημοκράτες, Εθνικοσοσιαλιστές, κλπ). Για αρκετές δεκαετίες τα κόμματα αντλούσαν τις απαντήσεις τους σε κάθε πρόκληση από τους θεωρητικούς του συστήματος που πρέσβευαν.

Σήμερα οι διαφορές αυτές έχουν καταστεί πλέον – μάλλον ευτυχώς – λιγότερο ευκρινείς. Κράτη με απόλυτη κυριαρχία ενός εκ των τριών βασικών συστημάτων έχουν πλέον υιοθετήσει πολιτικές εντελώς ξένες σε αυτό, καλύπτοντας έτσι αποτελεσματικότερα τις ανάγκες τους. Εμβληματικά παραδείγματα αποτελούν η υιοθέτηση μιας εκδοχής ελεύθερης αγοράς στους πιο δυναμικούς κλάδους της οικονομίας της κομμουνιστικής Κίνας, η υιοθέτηση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης βασικών παροχών υγείας από τις καπιταλιστικές ΗΠΑ, οι πολιτικές ανεξάρτητων σχολείων, βάουτσερ εξόδων εκπαίδευσης και μειώσεων φόρων σε επιχειρήσεις από σοσιαλιστικές σκανδιναβικές χώρες, που ηγούνται παγκοσμίως σε πολλές από τις αξιολογήσεις σχετικά με την καινοτομία και τις επιδόσεις στην εκπαίδευση.Παρατηρούμε δηλαδή πως αρκετές χώρες βρίσκουν τον δρόμο για την πρόοδό τους αξιοποιώντας ιδέες από ξένα σε αυτές πρότυπα.

Ο σύγχρονος κόσμος θέτει και αρκετές νέες, πιο πολύπλοκες, προκλήσεις, στις οποίες κανένα κλασικό πολιτικό – οικονομικό πρότυπο δεν έχει έτοιμη και πειστική απάντηση, καθώς είναι πέραν των παραστάσεων των ιδρυτών του.

Ούτε οι θεωρητικοί του καπιταλισμού, ούτε αυτοί του μαρξισμού είχαν φανταστεί την οικονομία της γνώσης στην οποία ταλαντούχοι καινοτόμοι επιστήμονες κατέχουν σπάνιο ανθρώπινο «κεφάλαιο», το οποίο είναι αδύνατο να αποτιμηθεί χρηματικά, πόσο μάλλον να αντικατασταθεί με ίσης αξίας άλλο. Έτσι φτάνουμε σε πρωτοφανή για τα παραδοσιακά συστήματα παράδοξα, όπου οι εισφέροντες όλα τα χρηματικά κεφάλαια σε μια νεοφυή επιχείρηση δέχονται να έχουν μόλις ένα μικρό, μειοψηφικό ιδιοκτησιακό μερίδιο, ακόμα και για μια επιχείρηση στο στάδιο της ιδέας χωρίς κάποια κατοχύρωση ευρεσιτεχνίας. Βλέπουμε κάποιες φορές διευθυντικά στελέχη μιας επιχείρησης να αμείβονται αθροιστικά υψηλότερα από τους μετόχους της. Παρατηρούμε περιπτώσεις στις οποίες ο τρόπος που συμπλέουν τα συμφέροντα εργαζομένων και επενδυτών μοιάζει ανεξήγητος για τους μαρξιστές, ενώ οι καπιταλιστές υποχρεώνονται σε νέες προσεγγίσεις με τους … παραγωγικούς πόρους.

Επιπλέον, εξελίξεις όπως,

α) η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και του μέσου προσδόκιμου επιβίωσης που ανατρέπουν πρωτόγνωρα τις δημογραφικές παραδοχές,

β) οι οικολογικές προκλήσεις για την βιωσιμότητα του οικοσυστήματος,

γ) νέες τεχνολογικές δυνατότητες όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η γενετική, η ρομποτική, η εμπορική εκμετάλλευση του διαστήματος, κλπ.,

θέτουν πρωτόγνωρα ζητήματα, ως προς τα όρια της ηθικής, τον ορισμό του έλλογου όντος και των δικαιωμάτων που του αναλογούν (π.χ. έχει δικαιώματα ένα ρομπότ με συνείδηση και δυνατότητα να αναπαράγεται), ή τον τρόπο παραγωγής εισοδήματος από τους ανθρώπους σε μια κοινωνία στην οποία μεγάλο μέρος από τις ανθρώπινες δραστηριότητες αντικαθίστανται από οικονομικότερες και αποτελεσματικότερες τεχνολογικές λύσεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον βλέπουμε διακεκριμένους επιχειρηματίες απρόσμενα να ζητούν την αύξηση της φορολόγησής τους (π.χ. Bill Gates) και πρωτοπόρους της τεχνολογίας να εκφράζονται κάποιες φορές με επιφυλάξεις για την ίδια τους την τεχνολογία και την ανάγκη θέσπισης ορίων (π.χ. Elon Musk σε σχέση με την τεχνητή νοημοσύνη).

Οι αντιφάσεις δεν έχουν τέλος. Σε έναν κόσμο που πολλά από όσα γνωρίζαμε πρέπει να τα επαναπροσδιορίσουμε, η προσήλωση σε ένα από τα κλασικά πολιτικο-οικονομικά συστήματα μοιάζει περισσότερο με εγκλωβισμό στο παρελθόν, παρά για έναν οδηγό σχετικά με τις επιλογές των κοινωνιών.

Ασφαλώς τον 20ο αιώνα οι φιλελεύθερες ιδέες βγήκαν νικήτριεςαπό τη σύγκρουση με τους ποικίλους εκπροσώπους του ολοκληρωτισμού αλλά και με τον συντηρητισμό. Αντίθετα με τις προβλέψεις της Κασσάνδρας του μαρξισμού, η διάρκεια και η ποιότητα ζωής βελτιώθηκαν, η παγκόσμια φτώχεια υποχώρησε ραγδαία και μάλιστα παρά την τρομερή αύξηση του πληθυσμού από το 1 στα 7 δις. Επιπλέον, οι φιλελεύθερες χώρες της δύσης επέδειξαν σπάνια αντοχή, θάρρος και γενναιότητα στην αποφασιστική αντιπαράθεση με τις δύο εκδοχές του σοσιαλισμού τον 20ο αιώνα, του εθνικού και του διεθνικού. Τα προβλήματα που υπάρχουν στην Ελλάδα και την Ευρώπη δεν αλλοιώνουν τη σπουδαία, μεγάλη εικόνα. Και η εικόνα αυτή έχει υπογραφή, δεν προέκυψε τυχαία. Υπογράφουν ο Αριστοτέλης, ο Λοκ, ο Μιλ, ο Χάγιεκ – όλοι οι μεγάλοι της φιλελεύθερης σκέψης.

Παρόλα αυτά, στα τελευταία χρόνια η δύση φαίνεται να έχει χάσει το βηματισμό της. Το παραδοσιακό δίλημμα μεταξύ περισσότερου καπιταλισμού και περισσότερου σοσιαλισμού δεν φαίνεται αρκετό να δώσει τις απαντήσεις. Με φανερά εξασθενημένο το ιδεολογικό υπόβαθρο, τα κόμματα περιορίζονται πλέον σε δύο κυρίαρχες μορφές και συνδυασμούς τους:

Α. Προσωποπαγή: Σχηματισμοί που έχουν υπόσταση κυρίως λόγω της επιρροής του επικεφαλής τους ή του ιστορικού ιδρυτή τους. Ομάδες ανθρώπων γύρω από έναν «μεσσία», στον οποίο οι ακόλουθοι αναγνωρίζουν αυταξία, θεωρώντας τον ως κάτοχο της αλήθειας στα περισσότερα από τα μεγάλα ζητήματα. Συλλογικότητες με κύριο συνεκτικό στοιχείο ένα πρόσωπο, προς το οποίο κοιτούν για την τοποθέτησή τους στα περισσότερα από τα σημαντικά θέματα της δημόσιας συζήτησης.

Β. Συμφερόντων: Οργανωμένες ομάδες συνάθροισης ετερόκλητων ατομικών συμφερόντων, με κύριο στόχο τη νομή της εξουσίας και των προνομίων που μπορούν να εκπορεύονται από αυτήν. Στελέχη που διαγκωνίζονται στο πώς θα πλασαριστούν κοντά στα κέντρα εξουσίας και είναι πρόθυμα να μεταπηδήσουν από το ένα κόμμα στο άλλο, ακόμα και τυπικά αντίθετης ιδεολογίας, φτάνει αυτό να εξυπηρετεί την πρόσκαιρη προσωπική τους πορεία. Για πολλούς από αυτούς η πολιτική έχει μετατραπεί σε μια ακόμα επαγγελματική δραστηριότητα, ενώ τα ίδια τα κόμματα στην ουσία υπηρετούν σκοπούς ξένους προς τους πολίτες που θεωρητικά αντιπροσωπεύουν, καθώς στις εκάστοτε συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ατομικού/κομματικού τους συμφέροντος έναντι του εθνικού συμφέροντος, η πρώτη κατηγορία βαραίνει για αυτούς περισσότερο όλο και συχνότερα (ενδεικτικά: καπιταλιστικά κόμματα εμφανίζονται πρόθυμα να επιβαρύνουν τον φορολογούμενο για να διατηρήσουν ένα κρατικό μονοπώλιο και τα προνόμια των στελεχών του κυρίως επειδή τα τελευταία είναι μια ομάδα με σημαντική πολιτική επιρροή. Αντίστοιχα κομμουνιστικά ή σοσιαλιστικά κόμματα υπερασπίζονται ιδιωτικά προνόμια πολιτικά σημαντικών ομάδων, όπως φοροαπαλλαγές και επιδόματα μη αδύναμων εις βάρος του συλλογικού συμφέροντος του συνόλου των σκληρά εργαζόμενων πολιτών).

Τα κόμματα αυτής της κατηγορίας και τα περισσότερα από τα στελέχη τους αναπτύσσουν πελατειακή σχέση με μέρος των πολιτών ή οργανωμένες ομάδες τους (μέσω κυρίως του συνδικαλισμού αλλά και προσωπικών εξυπηρετήσεων) μη έχοντας κάποιον άλλον βαθύτερο συνδετικό κρίκο με την κοινωνία. Αρκετά στελέχη τους αποδεικνύονται πρόθυμα να παραβλέψουν λογικά ή ηθικά ολισθήματα συνοδοιπόρων τους για να μην βλάψουν τον «ανώτερο» κοινό κομματικό σκοπό, στο πλαίσιο μιας ανήθικης ανταποδοτικότητας. Οι πολίτες – ακόλουθοί τους σταδιακά υποβαθμίζουν και τις δικές τους ηθικές προδιαγραφές και προσδοκίες, αντιλαμβανόμενοι πως η πρόοδός τους ή ακόμα και η διατήρηση της όποιας ευημερίας τους εξαρτάται από την «ευελιξία» τους στο να προσαρμοστούν στα νεότερα δεδομένα.

Και αναρωτιέται κανείς γιατί άραγε υπό αυτές τις συνθήκες το πολίτευμά μας προσφέρει προνόμια στα κόμματα; Ποια ακριβώς ανάγκη καλύπτουν; Με ποιον ακριβώς τρόπο υπηρετούν τη Δημοκρατία; Μήπως είναι περισσότερο μέρος του προβλήματος και των αδιεξόδων παρά της όποιας λύσης;

Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία

Η Δημοκρατία ιδρύθηκε με βάση τον οργανωτικό σχηματισμό της αρχαίας ελληνικής πόλης, ενός μεγέθους που στην εποχή του επέτρεπε την αποτελεσματική λειτουργία της Εκκλησίας του Δήμου, του θεσμού δηλαδή όπου επραγματοποιείτο η δημόσια συζήτηση και η τελική λήψη των αποφάσεων. Αποτέλεσε τον τελειότερο μηχανισμό αφενός εξομάλυνσης των κοινωνικών συγκρούσεων αλλά και αφετέρου ταχείας προόδου της κοινωνίας, αξιοποιώντας τη δύναμη των αριθμών τόσο στην ορθή λήψη αποφάσεων (ο ένας είναι ευκολότερο να κάνει λάθος επιλογή σε ένα συγκεκριμένο θέμα έναντι των πολλών) αλλά και στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και γενικά ανθρώπινη πρόοδο (τα πολιτικά δικαιώματα στους πολλούς αυτομάτως σημαίνουν και μεγαλύτερη διασπορά κινήτρων και ευκαιριών για δημιουργία, πρόοδο και ευημερία, οδηγώντας το άτομο, στην προσπάθειά του για προσωπική ανάπτυξη εντός νόμιμου πλαισίου, να συμπαρασύρει θετικά την ευρύτερη κοινωνία). Ο ρόλος των αντιπροσώπων στην αρχετυπική δημοκρατία ήταν περισσότερο διαδικαστικός παρά αποφασιστικός, καθώς για όλα τα μεγάλα θέματα η απόφαση λαμβανόταν από τους πολίτες.

Καθώς οι οργανωμένες κοινωνίες μεγάλωναν, οι μεταγενέστερες εκδοχές δημοκρατικού πολιτεύματος επιφύλασσαν έναν ενισχυμένο ρόλο για τους αντιπροσώπους. Οι αιτίες αυτής της μεταστροφής ήταν αφ’ ενός το μέγεθος (τα πρακτικά προβλήματα της λειτουργίας της εκκλησίας του Δήμου σε μεγάλη κλίμακα) και αφ’ ετέρου η γνώση (η πολυπλοκότητα των νεότερων ζητημάτων προς συζήτηση). Σταδιακά τα δικαιώματα των πολιτών περιορίστηκαν στην εκλογή αντιπροσώπων κάθε μερικά χρόνια. Καταχρηστικά το πολίτευμα αυτό συνεχίζει σήμερα να ονομάζεται δημοκρατικό.

Οι αντιπρόσωποι

Στη διάρκεια της θητείας ενός αντιπροσώπου θα χρειαστεί να αναλάβει δράση για θέματα με μόνο ένα μέρος τους – στην καλύτερη περίπτωση – να είναι στο γνωστικό του πεδίο. Επίσης θα βρεθεί σε σειρά από ηθικά διλήμματα, περιπτώσεις σύγκρουσης αυτών που θεωρεί ότι συνάδουν με το ατομικό ή κομματικό του συμφέρον έναντι του ευρύτερα συλλογικού / εθνικού. Θα βιώσει κάποια δεδομένη στιγμή τη σύγκρουση μεταξύ της προσδοκίας των εκλογέων του και της προσωπικής του άποψης.

Ο πολίτης

Πόσο εύκολος είναι ο ρόλος του πολίτη; Πόσο εύκολο είναι ο πολίτης στο διάστημα μιας προεκλογικής περιόδου να διακρίνει με ακρίβεια την ψυχοσύνθεση, το ηθικό ανάστημα, τις ικανότητες, το γνωστικό υπόβαθρο αλλά και τις αληθινές προσωπικές απόψεις όλων των υποψηφίων, προκειμένου να ψηφίσει αυτούς που έχουν τον μεγαλύτερο βαθμό καταλληλότητας έναντι των προκλήσεων; Μήπως ζητάμε από τον πολίτη κάτι που είναι πρακτικά αδύνατο να γίνει αποτελεσματικά; Μήπως είναι ασύμμετρα πιο δύσκολο να διαλέγεις εκπρόσωπο για να αποφασίζει αντί για σένα για 4-5 χρόνια, αντί να επιλέγεις τη θέση σου σε κάθε συγκεκριμένο μεγάλο θέμα κάθε π.χ. 3 μήνες; Μήπως ο ίδιος ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας οδηγεί σε εκλογές προσώπων με επιφανειακά κριτήρια, κυρίαρχο εξ αυτών αποδεικνύεται το μέγεθος της δημοσιότητας των προσώπων μέσω π.χ. της τηλεόρασης και το πόσο επιθετικό marketing επιστρατεύουν;

Επίσης, ακόμα κι αν ένας αντιπρόσωπος μπορεί να εκφράζει έναν πολίτη σε 99 θέματα αλλά καθόλου σε 1 άλλο σημαντικό, γιατί ο πολίτης να παραχωρεί στον αντιπρόσωπο λευκή επιταγή για όλη του τη θητεία σε όλα τα θέματα; Γιατί ακόμα η εντολή αντιπροσώπευσης αυτή να επιτρέπεται να γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ κομμάτων ερήμην του πολίτη, προσμετρώντας αριθμούς αντιπροσώπων ως περιουσιακό στοιχείο κομμάτων ή αρχηγών σε περιπτώσεις διαπραγμάτευσης επί συμπράξεων για μια κρίσιμη ψηφοφορία;

Μήπως μάλιστα αυτό ακριβώς το σύστημα των αντιπροσώπων υποθάλπει παθογένειες όπως η διαπλοκή, η διαφθορά, η ισχυρή επιρροή στις αποφάσεις από οικονομικά ή συνδικαλιστικά λόμπι, ο λαϊκισμός, η πολιτική ανωριμότητα του λαού (που ποτέ δεν φταίει ο ίδιος αλλά οι αντιπρόσωποι που τον εξαπατούν); Μήπως τελικά το ίδιο το σύστημα εξασφαλίζει τη σχεδόν μόνιμη απογοήτευση και σταθερή αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων, λόγω διάστασης μεταξύ προεκλογικών υποσχέσεων ή προσδοκιών και μετεκλογικών πράξεων ή / και παραλείψεων;

Υπάρχουν εναλλακτικές;

Στο σύγχρονο κόσμο ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να ενημερώνεται, να εκφράζεται και να κάνει επιλογές σε πραγματικό χρόνο για σειρά από καθημερινά πράγματα. Τα περισσότερα από τα παραδοσιακά εμπόδια ξεπερνιούνται με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Μεγάλες ομάδες ανθρώπων καταφέρνουν να εργαστούν συλλογικά μέσω διαδικτύου για τη συγγραφή περίπλοκων πνευματικών κατασκευασμάτων όπως λογισμικού. Γιατί στη διακυβέρνηση να προσφέρουμε εντολή εν λευκώ στους αντιπροσώπους με πρόσχημα ότι δεν μπορεί να γίνει αλλιώς;

Σήμερα διαθέτουμε σειρά από ψηφιακά αλλά και φυσικά δίκτυα σε λειτουργία με μεγάλη αποδοχή από το κοινό (π.χ. Taxisnet, ATMs, Κινητή τηλεφωνία αλλά και φυσικά σημεία εξυπηρέτησης όπως τα ΚΕΠ). Έχουμε ακόμα τις προϋποθέσεις εκτεταμένου δημόσιου διαλόγου για οποιοδήποτε ζήτημα. Είναι δυνατόν να συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι είναι δύσκολο να συγκεντρώνουμε με ακρίβεια, ταχύτητα, χαμηλό κόστος, αξιοπιστία και μυστικότητα την ετυμηγορία των πολιτών για οποιοδήποτε θέμα απαιτεί αποφάσεις; Με τις μεγαλύτερες δυνατότητες όλων των εποχών για πρόσβαση σε πληροφορίες και γνώσεις, ενημέρωση αλλά και ελεύθερη έκφραση απόψεων από οποιονδήποτε, είναι λογικό να εξαιρούμε τον πολίτη από μερικές από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις για την πόλη του, την περιφέρειά του, τη χώρα του ή και υπερεθνικούς σχηματισμούς στους οποίους συμμετέχει; Ποιο ακριβώς είναι το εμπόδιο για την ολοκλήρωση της δημοκρατίας με τους πλέον άμεσους και διάφανους θεσμούς; Είναι λοιπόν ώριμος ο πολίτης για να διαλέγει πρόσωπα, μια επιλογή εξαιρετικά πολύπλοκη, αλλά είναι ανεπαρκής για να τοποθετηθεί σε ένα συγκεκριμένο σημαντικό δημόσιο θέμα; Είναι πιο εύκολο δηλαδή να διαλέξεις ποιος θα σε εκπροσωπήσει συνολικά για μερικά χρόνια ή να διαλέξεις τη στάση σου σε μια σειρά από επιμέρους ζητήματα που θα τεθούν όπως π.χ. στο αν η προτεραιότητα στη χώρα σου είναι σήμερα η παραγωγική ανάπτυξη και άρα η υποχώρηση της φορολογίας και της γραφειοκρατίας ή ο σφικτότερος κρατικός έλεγχος, και άρα η υψηλή φορολογία και γραφειοκρατία;

Αν όμως προχωρήσουμε σε μια επόμενη σελίδα δημοκρατίας, σε ένα πιο άμεσο μοντέλο, υιοθετώντας θεσμούς προηγμένων χωρών όπως της Ελβετίας, αξιοποιώντας και ψηφιακά εργαλεία που προσφέρουν ταχύτητα και χαμηλό κόστος, ποια θα είναι η θέση των κομμάτων και των αντιπροσώπων; Μήπως θα είναι οι μόνοι που θα ζημιωθούν από την πραγμάτωση ενός τέτοιου βήματος προόδου; Διότι σε ένα υγιές σύγχρονο μοντέλο άμεσης συμμετοχής των πολιτών, τα κόμματα περιορίζονται σε δεξαμενές σκέψης και κατάθεσης προτάσεων ή ακόμα σε μονοθεματικές ομάδες έκφρασης στη δημόσια συζήτηση, χωρίς άλλη πρόσβαση σε προνόμια και εξουσία. Ο δε ρόλος των αντιπροσώπων αποσυνδέεται εντελώς από τα κόμματα και περιορίζεται στην προεπεξεργασία θεμάτων ή τη διεκπεραίωση απλών διαδικασιών, καθώς η λήψη απόφασης επί των σημαντικών δεν χρειάζεται μεσάζοντα. Δηλαδή οι τυχαία επιλεγόμενοι πολίτες δίχως κομματική ταυτότητα είναι κατάλληλοι για να αποφασίζουν την αθώωση ή την καταδίκη ενός ανθρώπου σε ποινικό δικαστήριο μέσω του σώματος των ενόρκων, αλλά δεν είναι κατάλληλοι για να αποφασίσουν αν η χώρα πρέπει να θέσει σε ψηφοφορία αλλαγή του αντικαπνιστικού νόμου και προς ποια κατεύθυνση;

Ο πολίτης θα πρέπει να διατηρεί το δικαίωμα στην τελική επιλογή για όλα τα κρίσιμα, αλλά και τη δυνατότητα ανάκλησης αντιπροσώπων ανά πάσα στιγμή εφόσον οι εντολείς του δεν υπηρετούν επαρκώς την εντολή που έχουν λάβει.

Το υπόδειγμα

Ο Max Weber πριν από έναν αιώνα δημοσίευσε ένα μνημειώδες έργο (πρωτότυπος τίτλος “Politik als Beruf”, γνωστότερο στα αγγλικά ως “Politics as a Vocation”, και στην ελληνική έκδοση , “Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα”). Διατύπωνε εκεί, την ιδέα του χαρισματικού ηγέτη αλλά και μιας μεγάλης απαραίτητης διοικητικής γραφειοκρατίας. Και τα δύο τα έβλεπε ως την πεμπτουσία της καλής διακυβέρνησης.

Και έτσι πράγματι πορευτήκαμε τον 20ο αιώνα. Το κράτος μεγάλωσε εκρηκτικά, προκειμένου να στεγάσει μια σειρά από κοινωνικές υπηρεσίες. Και μαζί με το κράτος μεγάλωσε, κατά την προτροπή και την πρόβλεψη του Weber και η γραφειοκρατία της πολιτικής. Μαζί όμως με την κοινωνική του διάσταση μεγάλωσε και η σπάταλη όψη του κράτους. Για την οποία και πάλι είχε προειδοποιήσει ο Weber. Γεμίσαμε επαγγελματίες της πολιτικής, γεμίσαμε και αποστασιοποιημένους πολίτες που όλο και λιγότερο συμμετέχουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Γεμίσαμε και χρέη, από το σπάταλο και υπερμέγεθες κράτος που προέκυψε.

Ασφαλώς δεν μπορεί κανείς να νοσταλγεί το μικρό κράτος του 19ου αιώνα και να θεωρεί ότι εκεί βρίσκεται η λύση. Εξάλλου εμπειρικά καμιά δυτική κοινωνία δεν έμεινε προσκολλημένη στο μικρό εκείνο κράτος. Δεν έχουμε κανένα εμπειρικό δεδομένο για να υπερασπιστούμε το μικρό κράτος του 19ου αιώνα. Μπορεί διάφοροι αναρχικοί της φιλελεύθερης μήτρας να ρέπουν προς τον ρομαντισμό και να ομνύουν στο μηδενικό κράτος, αλίμονο όμως αν επιτρέψουμε να υπάρξουν θεωρίες χωρίς εμπειρική επιβεβαίωση! Σε τι θα διαφέρουμε από τον κάθε κολλεκτιβιστή που έχει και αυτός μια μεγάλη και σπουδαία ιδέα στο μυαλό του, από αυτές που αιματοκύλισαν τον κόσμο τον 20 αιώνα αλλά και προηγούμενα;

Πρέπει λοιπόν να συμφιλιωθούμε με το κράτος-τέρας τον επαγγελματία πολιτικό και τον αδιάφορο πολίτη του 20ου αιώνα;

Κάθε άλλο. Υπάρχει εμπειρία που μας επιτρέπει να αμφισβητούμε αυτό το στάτους κβο. Ας δούμε ποια είναι αυτή.

Η πρώτη συγκλονιστική παρατήρηση είναι ότι για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία μικρές χώρες – με κατάλληλες συμμαχίες – μπορούν να ευημερούν. Για την ακρίβεια οι δέκα πιο πλούσιες χώρες του πλανήτη έχουν πληθυσμό κάτω από 10 εκ.! Πρωτοφανές ηθικό πλεονέκτημα της εποχής μας αφού οι χώρες αυτές διαχρονικά ήταν στη γαλέρα των μεγάλων. Τι συμπεραίνουμε από αυτή την παρατήρηση, πέραν του σαρωτικού πλεονεκτήματος ηθικής της εποχής μας;

Συμπεραίνουμε ότι η οικονομία κλίμακας αμβλύνεται, ότι το μικρό δεν είναι μόνο ωραίο αλλά και εφικτό και δυνητικά οικονομικά πανίσχυρο.

Η οικονομία κλίμακας δημιουργήθηκε με την πρώτη φάση της βιομηχανικής επανάστασης και αποσυντίθεται αργά και σταθερά με την τέταρτη φάση της. Ο Rifkin (The zero marginal cost society) προβλέπει ότι όπου να ΄ναι τελειώνει ολοκληρωτικά. Δεν συμφωνούμε ότι υπάρχει εμπειρική ένδειξη για μια τέτοια διατύπωση, αλλά είναι βέβαιο ότι το Ίντερνετ και τα παρελκόμενά του υπονομεύουν πια σοβαρά το πλεονέκτημα του μεγάλου παίκτη, με το πολύ βάρος.

Και εδώ έρχεται το μεγάλο ερώτημα. Αν το ‘μικρό’ μπορεί να είναι τόσο αποτελεσματικό σήμερα, γιατί να μην μετατοπιστεί η κοινωνική οργάνωση και η λήψη αποφάσεων σε πιο αποκεντρωμένα και μικρά συστήματα; Γιατί να μην χαλαρώσει η οικονομική και πολιτική εξάρτηση της Κρήτης απ΄ την Αθήνα; Οι ίδιες οι τεχνολογίες που αποδομούν την πανοπλία των διάφορων Γολιάθ επιτρέπουν πια τη λήψη των ουσιαστικών αποφάσεων σε μικρό επίπεδο.

Με δυο λόγια, μήπως είναι η στιγμή να ξαναδούμε τη δημοκρατία ξανά ως εργαλείο όχι αντιπροσώπευσης αλλά συμμετοχής; Αυτή η υπέροχη, η απίστευτη, έμπνευση αυτοθέσμισης που είχαν οι Έλληνες πριν 2500 και περισσότερα χρόνια, τερματίστηκε όταν τα μεγέθη άρχισαν να μεγαλώνουν (Ρώμη, κλπ.). Ήταν σύμφυτη με τη μικρή κλίμακα. Μήπως τώρα που οι αποστάσεις από τα κέντρα της λήψης αποφάσεων μικραίνουν ξανά, πρέπει να την ξανα-ανακαλύψουμε;

Αναρωτηθείτε το εξής: Μήπως αυτός που στη μεγάλη κλίμακα υφίσταται χειραγώγηση και πλύση εγκεφάλου και ψηφίζει τον κάθε Βαρουφάκη και Βελόπουλο, μήπως αυτός ο ίδιος στη μικρή κλίμακα της πόλης του, επί ενός συγκεκριμένου θέματος, εκδήλωνε ένα άλλα πρόσωπο; Μήπως η μικρή κλίμακα και η άμεση επιλογή εμπόδιζε την απάτη, το τζάμπα, τις φτηνές δημαγωγίες για τις οποίες κάποιος άλλος, άγνωστος, θα πληρώσει; Μήπως η μικρή κλίμακα και η αμεσότητα τερμάτιζε και τη φτήνια των open borders, των επιδομάτων έγκαιρης προσέλευσης, των κατώτατων μισθών;

Το αναρωτήθηκαν οι Ελβετοί. Χώρα όπου το τζάμπα δεν έχει ελπίδα. Χώρα όπου ο κάθε λογαριασμός έχει αποδέκτη εσένα και όχι κάποιους κακούς κι ανύπαρκτους πλουτοκράτες και διάφορους μπαμπούλες που επικαλούνται οι λαϊκιστές για να κάνουν τη δουλειά τους. Χώρα όπου ψηφίζεις με το χέρι στην τσέπη…

Η Ελβετία λοιπόν έχει κοινωνικό κράτος που απορροφά το 20% του ΑΕΠ ενώ της Γαλλίας και της Ελλάδας απορροφά το 35%. Γιατί συμβαίνει άραγε αυτό; Μήπως η διαφάνεια που προσφέρει η εφικτή πια μικρή κλίμακα σε συνδυασμό με την περιορισμό των αντιπροσώπων σε διαδικαστικές αρμοδιότητες έχει κάποια συμβολή; Μήπως η υπευθυνότητα που φέρνει αυτή η οργάνωση παίζει κάποιον αποφασιστικό ρόλο;

Αυτές τις ευκαιρίες της 4ης βιομηχανικής Επανάστασης δεν μπορούσε να τις γνωρίζει ο Weber. Είναι πιο πρόσφατες, αξίζει να τις δούμε γιατί υπάρχει πια πολύπλευρη εμπειρία και όχι μόνο θεωρία. Έχουν λοιπόν άλλο βάρος.

Αξίζει να δούμε την άμεση δημοκρατία, και την αποκέντρωση – ως μια σταδιακή και όχι ψευτοεπαναστατική διαδικασία, σαν αυτές που πλημμυρίζουν το φτωχό μυαλό των ποικίλων κολλεκτιβιστών. Η εμπέδωση θεσμών αληθινής δημοκρατίας, όπως κάθε τι το αληθινό, θα είναι αργή διαδικασία – χρειάζεται ΄βούληση’, ‘παιδεία’ και ‘εμπειρία΄- νέες Εκκλησίες του Δήμου – διαδικτυακές, δίπλα στις συμβατικές.

Ας ξεκινήσει όμως η διαδικασία.

Η ευθύνη στον πολίτη

Στην εποχή των Τραμπ και Τζόνσον, αλλά και της Ευρώπης και Ελλάδας να βρίσκονται πια σε κρίσιμη καμπή, είναι φανερό ότι οι παλιοί μηχανισμοί σύνθεσης, λήψης αποφάσεων και εκτόνωσης των κοινωνικών εντάσεων δεν βοηθούν στην προετοιμασία μιας καλύτερης επόμενης ημέρας. Το πολιτικο-οικονομικό μοντέλο του δυτικού κόσμου έχει φτάσει στα όριά του και η μεταρρύθμισή του δεν θα πραγματοποιηθεί χωρίς αντιδράσεις. Το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας έχει προ πολλού καταρρεύσει και η κανονικότητα που φέρνει η νέα κυβέρνηση δεν αρκεί για ολική επανεκκίνηση προς τα εμπρός. Χρειάζονται βαθύτερες, τεκτονικές αλλαγές για τις οποίες η συζήτηση δεν λέει να ανοίξει. Και δυστυχώς οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές δεν διευκολύνονται από τους υπάρχοντες πολιτικούς θεσμούς, οι οποίοι πρώτοι πρέπει να μεταρρυθμιστούν, καθώς τα επόμενα χρόνια περιλαμβάνουν ασύγκριτα πιο μεγάλες προκλήσεις από τα πρόσφατα.

Ωστόσο είναι πολύ απίθανο, έως παράλογο, οι αναγκαίες θεσμικές αλλαγές να προωθηθούν από τους ίδιους που θα βγουν αποδυναμωμένοι από αυτές. Με εξαίρεση μερικούς φωτεινούς κι αληθινούς ηγέτες, ποιος τυπικός κυβερνήτης τού σήμερα θα εκλεγεί για να μεταφέρει αυτοβούλως εξουσίες και προνόμια από τον εαυτό του και τους συν αυτώ προς τους πολίτες; Ποιο κράτος θα προβεί στον αυτοπεριορισμό του δίχως κάποια ασφυκτική πίεση από την κοινωνία του; Όπως είναι λογικό δεν βλέπουμε να συμβαίνει κάτι τέτοιο ούτε στην Ευρώπη, ούτε στη χώρα μας.

Συνεπώς οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα υλοποιηθούν τότε και μόνο όταν ένα σημαντικό μέρος του παραγωγικά και πολιτικά ενεργού τμήματος των πολιτών αγωνιστούν για την πραγματοποίησή τους. Αυτή είναι η ευθύνη μας για την οριστική έξοδο από την πρόσφατη κρίση, σε επίπεδο χώρας, αλλά ακόμη περισσότερο Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού εκεί ο ρόλος των πολιτών είναι σαφώς πιο ενισχυμένος απ΄ τη χώρα μας και οι συνθήκες για μια δημοκρατική επανεκκίνηση είναι πιο ώριμες.

*Ο κ. Σεραφείμ Κοτρώτσος είναι ανώτατο στέλεχος τηλεπικοινωνιών & πληροφορικής, και συνιδρυτής StartUp στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και των μεγάλων δεδομένων.

**Ο κ. Νίκος Σακκάς είναι πανεπιστημιακός (ΕΛΜΕΠΑ, Παν/ μιο Hull), μέτοχος εταιρειών τεχνολογίας και συγγραφέας (www.artdrop.net)

Υστερόγραφο Σεραφείμ Κοτρώτσου:

Οι ιδέες για αυτό το άρθρο έχουν διαμορφωθεί από την πολυετή ενασχόληση με οικονομικά, επιχειρηματικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, άλλοτε από θέση παρατηρητή, κι άλλοτε ενεργώντας από κρίσιμες συναφείς θέσεις ευθύνης. Παρόλα αυτά η ανάγκη για να γραφτεί και δημοσιευθεί αυτό το κείμενο πυροδοτήθηκε από την έμπνευση που μου προσέφερε το βιβλίου του φίλου Νίκου Σακκά με τίτλο “Democracy Again! The EU Megapolis and the Challenge of Democracy” (Αmazon), για το οποίο τον ευχαριστώ θερμά και το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Με αυτό το δεδομένο, ζήτησα από τον Νίκο τη γνώμη του και τη συνεισφορά του σε τούτο το άρθρο και εκείνος μου έδωσε τη χαρά να το εμπλουτίσει με ορισμένες ενδιαφέρουσες και πυκνές σκέψεις. Σε ευχαριστώ πολύ Νίκο!

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged , | 1 σχόλιο

β.Έλλειψη αίσθησης ευθύνης

responsibility.jpg

Εκτός από μη ικανοί, είμαστε και ανεύθυνοι! Αυτός μας λέει η πολιτική ελίτ αλλά και ο «πνευματικός» κόσμος της χώρας. Ας δούμε τι απαντούν οι Verhulst και Nijeboer, χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία και όχι κάνοντας υποθέσεις, στο πραγματικά καταπληκτικό τους βιβλίο (δωρεάν στα Αγγλικά εδώ).

«Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, οι πολίτες θα εγκρίνουν κυρίως προτάσεις οι οποίες θα εξυπηρετούν μόνο τα προσωπικά τους συμφέροντα, επιδεικνύοντας ανευθυνότητα έναντι του συνόλου της κοινότητάς τους ή της κοινωνίας συνολικά, με καταστροφικές συνέπειες. Για παράδειγμα, θα ψηφίσουν υπέρ της κατάργησης των φόρων και την ίδια στιγμή υπέρ της αύξησης των δημοσίων δαπανών.

Στην πραγματικότητα, από οικονομική σκοπιά, οι πολίτες είναι περισσότερο υπεύθυνοι από τους πολιτικούς. Για παράδειγμα, τα τεράστια δημόσια χρέη που υφίστανται τώρα στις περισσότερες Δυτικές χώρες συσσωρεύθηκαν σταδιακά ενάντια στις επιθυμίες των πολιτών. Έρευνες που διεξήχθησαν σε διαδοχικές γενεές στην Γερμανία και στις Η.Π.Α. δείχνουν πως μία σταθερή πλειοψηφία δύο τρίτων του πληθυσμού είναι υπέρ ενός κρατικού προϋπολογισμού που παραμένει ισοσκελισμένος ακόμα και σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα (‘ισοσκελισμένος προϋπολογισμός’ von Weizsӓcker, 1992). Επομένως, η συσσώρευση ενός υπέρογκου χρέους είναι το αποτέλεσμα μίας πολιτικής αντίθετης στις επιθυμίες της πλειοψηφίας. Επιπλέον, οι πολίτες είναι απρόθυμοι  να επιβαρυνθούν με μέτρα που θα απαιτούνταν για τη μείωση τέτοιων υπέρογκων χρεών (Blinder και Bagwell, 1988 και Tabellini και Alesina, 1990).

Η έρευνα έχει δείξει ότι η συσσώρευση κρατικού ελλείμματος είναι στενά συνδεδεμένη με την λειτουργία των κομμάτων μέσα στο πολιτικό σύστημα μίας χώρας. Ιδού μερικές εμπειρικές παρατηρήσεις:

  • Όσο μεγαλύτερη είναι η πόλωση εντός ενός πολυκομματικού συνασπισμού, τόσο μεγαλύτερη είναι η τάση συσσώρευσης χρέους
  • Όσο πιθανότερη είναι η ήττα στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση για μία κυβέρνηση τόσο μεγαλύτερη είναι η συσσώρευση χρέους
  • Όσο μικρότερος είναι ο μέσος χρόνος παραμονής μίας κυβέρνησης στην εξουσία τόσο μεγαλύτερο είναι το συσσωρευμένο χρέος
  • Όσο περισσότεροι είναι οι κυβερνητικοί εταίροι τόσο μεγαλώνει η τάση συσσώρευσης χρεών.

(Συγκρίνετε με Roubini και Sachs, η έρευνα των οποίων αφορά στις χώρες του ΟΟΣΑ για την περίοδο 1960 έως 1985. Άλλες αναφορές σε von Weizsӓcker 1992).

Οι παραπάνω παρατηρήσεις καταδεικνύουν ότι η βραχυπρόθεσμη λογική των πολιτικών ελίτ παίζει καθοριστικό ρόλο στη συσσώρευση του εθνικού χρέους. Ας το πούμε απλά, το χρέος δημιουργείται προκειμένου να εξαγορασθούν ψήφοι. Για τον λόγο αυτόν ο Von Weizsӓcker (1992) υποστηρίζει την καθιέρωση υποχρεωτικού δημοψηφίσματος πριν την ανάληψη νέου δημοσίου χρέους.

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει στο κεφάλαιο 5, οι Φέλντ και Ματσουσάκα (Feld / Matsusaka, 2003) εξέτασαν τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων σε δημοψηφίσματα σχετικά με δημόσιες δαπάνες στην Ελβετία. Σε αρκετά καντόνια οι δημόσιες δαπάνες υπόκεινται σε υποχρεωτικά ‘οικονομικά δημοψηφίσματα’. Κάθε επιμέρους δαπάνη του δημόσιου τομέα πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσό (ο μέσος όρος για αυτό είναι 2,5 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα) πρέπει να εγκριθεί ξεχωριστά μέσω δημοψηφίσματος. Οι Φέλντ και Ματσουσάκα διαπίστωσαν ότι στα καντόνια που χρησιμοποιείται το συγκεκριμένο υποχρεωτικό δημοψήφισμα, οι δαπάνες είναι κατά  19% μικρότερες σε σχέση με τα καντόνια στα οποία ο παραπάνω τύπος δημοψηφίσματος δεν προβλέπεται (τα στοιχεία αναφέρονται στην περίοδο 1980 έως 1998).

Ο Ματσουσάκα εξέτασε την επίδραση παρόμοιων θεσμών στις πολιτείες των Η.Π.Α., μέσω της συστηματικής ανάλυσης όλων των διαθέσιμων δεδομένων για ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Οι πολιτείες στις οποίες είναι θεσμοθετημένες οι πρωτοβουλίες πολιτών φαίνεται να δαπανούν 4% λιγότερο σε πολιτειακό επίπεδο από ότι οι πολιτείες στις οποίες ο θεσμός δεν υφίσταται. Επιπλέον, όσο πιο εύκολη είναι η προκήρυξη μιας πρωτοβουλίας πολιτών, τόσο μεγαλύτερη είναι η επίδρασή της. Στις πολιτείες με τα χαμηλότερα όρια στον αριθμό των απαιτούμενων υπογραφών, οι δημόσιες δαπάνες ήταν 7% χαμηλότερες από ότι στις πολιτείες χωρίς πρωτοβουλίες πολιτών, ενώ η επίδραση στις πολιτείες που απαιτείται ο μέγιστος αριθμός υπογραφών ήταν σχεδόν μηδενική. Σε τοπικό επίπεδο, ο θεσμός της πρωτοβουλίας πολιτών είχε ως συνέπεια υψηλότερες δαπάνες, όμως συνολικά το καθαρό αποτέλεσμα ήταν μικρότερες δημόσιες δαπάνες (Matsusaka, 2004, σσ. 33-35).

Η άμεση δημοκρατία οδηγεί επίσης στη μείωση των φόρων. Στις πολιτείες που υπάρχει ο θεσμός της πρωτοβουλίας πολιτών, αυτό έχει οδηγήσει σε μία μείωση φόρου κατά 534$ για μία τετραμελή οικογένεια, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 4% των δημοσίων εσόδων. Η διαφορά είναι σημαντική, όχι όμως κρίσιμη σε απόλυτους αριθμούς και δεν μπορεί να θεωρήσει κανείς, παίρνοντας μόνο αυτό υπόψη, ότι η πολιτεία καθίσταται μη διαχειρίσιμη (Matsusaka, 2004, σ. 33-35).

Επομένως, μολονότι μειώνονται τόσο οι δημόσιες δαπάνες όσο και οι φόροι, το συνολικό αποτέλεσμα είναι η μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού. Οι Φελντ και Κιρχγκάσνερ (Feld / Kirchgassner 1999) ερεύνησαν την επίδραση των υποχρεωτικών δημοψηφισμάτων στους προϋπολογισμούς των 131 μεγαλύτερων ελβετικών πόλεων και δήμων. Επέλεξαν να συγκρίνουν δήμους παρά καντόνια, επειδή οι δήμοι έχουν περισσότερες δυνατότητες να ελιχθούν στο πεδίο του προϋπολογισμού από ότι τα καντόνια, στα οποία, επίσης, οι δυνατότητες είναι σημαντικές. Βρήκαν ότι η ύπαρξη υποχρεωτικών δημοψηφισμάτων επί του προϋπολογισμού είχε ισχυρή επίδραση στη μείωση των ελλειμάτων του. Πρωτύτερα,  οι Κίεβιτ και Ζακάλι (Kiewit / Szakaly 1996), είχαν φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επιπλέον, σαφώς δεν αληθεύει ότι όταν τα φορολογικά ζητήματα μπουν στην ατζέντα, οι πολίτες θα επιλέξουν εξ ορισμού χαμηλότερους φόρους. Ο Πάϊπερ (Piper, 2001) χαρτογράφησε όλες τις σχετικές με τους φόρους πρωτοβουλίες πολιτών στις αμερικανικές πολιτείες από το 1978 έως το 1999 (στις Η.Π.Α. τα προαιρετικά δημοψηφίσματα δεν παίζουν σημαντικό ρόλο). Υπήρξαν 130 πρωτοβουλίες πολιτών για θέματα φορολογίας, από τις οποίες οι 86 επεδίωξαν μείωση των φόρων, οι 27 αύξηση, ενώ οι 17 ήταν ουδέτερες ως προς τον φορολογικό συντελεστή. Από τις πρωτοβουλίες πολιτών για μείωση φόρων εγκρίθηκαν το 48%, δηλαδή λιγότερες από τις μισές, ενώ από εκείνες που πρότειναν αύξηση φόρων εγκρίθηκαν το 39%. Η διαφορά μεταξύ τους είναι επομένως μικρή, ενώ τα ποσοστά αποδοχής τους κινούνται κοντά στον μέσο όρο πιθανής επιτυχίας μίας πρωτοβουλίας πολιτών, ο οποίος στις Η.Π.Α. είναι 41%. Επίσης, στην Ελβετία οι ψηφοφόροι εγκρίνουν τακτικά απαραίτητες αυξήσεις φόρων. Το 1993, εγκρίθηκε ένας πρόσθετος φόρος στα καύσιμα της τάξης των 0,20 ελβετικών φράγκων ανά λίτρο (περίπου 0,18 ευρώ), έπειτα από μία προηγούμενη αύξηση το 1983, η οποία και πάλι είχε εγκριθεί με δημοψήφισμα. Το 1984, υπερψηφίστηκαν, επίσης σε δημοψήφισμα, νέα τέλη χρήσης των αυτοκινητοδρόμων και ανάλογες επιβαρύνσεις για την χρήση φορτηγών.

Η Καλιφόρνια, αναφέρεται συχνά ως ένα μέρος όπου οι πολίτες έλαβαν επιπόλαιες οικονομικές αποφάσεις μέσω δημοψηφισμάτων. Για παράδειγμα, έχει υποστηριχθεί  ότι οι πρωτοβουλίες πολιτών έχουν καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τον προϋπολογισμό της Καλιφόρνια, ώστε την ίδια στιγμή να έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα εισαγωγής νέων φόρων, με αποτέλεσμα οι πολιτικοί να μην διαθέτουν την ευχέρεια επιλογής πολιτικών. Ο Ματσουσάκα (2005) εξέτασε αυτόν τον ισχυρισμό και συμπέρανε ότι, έπειτα σχεδόν από έναν αιώνα άμεσης δημοκρατίας, το 68% του συνολικού προϋπολογισμού στην Καλιφόρνια προσδιορίζεται πλήρως από το αντιπροσωπευτικό σύστημα και ότι η δυνατότητα  εισαγωγής νέων φόρων δεν είχε παρά ελάχιστα περιοριστεί.

Παρά τις βαρύτατες ευθύνες τους για την κακή οικονομική κατάσταση της πλειοψηφίας των Δυτικών χωρών (όπως προκύπτει από τα παραπάνω), οι πολιτικοί πετυχαίνουν ακόμα να αντιστρέφουν τους ρόλους. Ο Βέλγος γερουσιαστής Ούγκο Βάντενμπεργκ (Hugo Vandenberghe) υπεραμύνθηκε της αντίθεσής του στο δημοψήφισμα με τις παρακάτω δηλώσεις του: «Οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν κάποια ευθύνη για τις αποφάσεις τους. Μπορούν ανετότατα να αποφασίσουν να απαλείψουν κάθε φόρο και δύο εβδομάδες αργότερα να εγκρίνουν την αύξηση των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας.» (Βελγική εφημερίδα De Standaard, 19 Δεκεμβρίου 1992). Βέβαια, η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίθετη. Εν τέλει είναι πάντα ο λαός που πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό ενός εκτροχιασμένου προϋπολογισμού, με τη μορφή αυξημένων φόρων, υποβαθμισμένων δημόσιων και κοινωνικών υπηρεσιών κλπ. Ο κάθε ένας από τους πολιτικούς ενός αντιπροσωπευτικού συστήματος, οι οποίοι είναι οι μόνοι που αποφασίζουν για το επίπεδο φόρων και δημοσίου χρέους, δεν παίρνει ποτέ προσωπικά την ευθύνη των αποτελεσμάτων των επιλογών του. Δεν έχουν επιστρέψει ποτέ ούτε μία δεκάρα για δαπάνες τις οποίες οι πολίτες ποτέ δεν ζήτησαν ή που οδήγησαν στην αύξηση του εθνικού χρέους. Μετά την λήξη της θητείας τους  – πιθανά λαμβάνοντας μια γενναία ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους – μετακινούνται απλώς σε μία άλλη κομματική – πολιτική θέση. Εκ των υστέρων, μπορούν να εκφέρουν κοινότοπα επιχειρήματα που ακούγονται ευλογοφανή σχετικά με τις αποφάσεις τους, όμως το κακό έχει ήδη γίνει, χωρίς καμία εγγύηση ότι οι διάδοχοί τους θα τα καταφέρουν καλύτερα.

Στην πραγματικότητα, ο γερουσιαστής Βάντενμπεργκ εφιστά την προσοχή μας σε ένα βασικό επιχείρημα υπέρ της άμεσης δημοκρατίας. Επειδή οι πολίτες πάντοτε θα υφίστανται τις συνέπειες των αποφάσεων σχετικά με τον προϋπολογισμό και τη φορολογία, είναι απόλυτα λογικό να πρέπει να έχουν και την τελευταία λέξη επί αυτών των αποφάσεων.»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged , , , | Σχολιάστε

α.Επιχειρήματα ενάντια στην (άμεση) δημοκρατία: Ανεπαρκείς πολίτες

incompetence

Μετά τις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής, η πολιτική ελίτ ανασκουμπώθηκε και «έπιασε δουλειά». Μην σας ξεγελούν οι δηλώσεις του νέου κυβερνώντος κόμματος. Δεν θα είναι μόνοι τους στην προσπάθεια να καταστρέψουν την χώρα (γιατί αυτό πρόκειται να συμβεί) και να συνεχίσουν τον παρασιτικό τους ρόλο. Στα παραπανώ συμφωνεί ένα μεγάλο μέρος των κομμάτων (για να μην πούμε όλα!). Αυτοί «καλά» κάνουν, εμείς;

Σε μια προσπάθεια να κάνουμε κάτι και εμείς, να δουλέψουμε υπέρ της δημοκρατίας, θα αναρτήσουμε στο site μας 12 επιχειρήματα κατά της (άμεσης) δημοκρατίας και των θεσμών της, καθώς και τις απαντήσεις σε αυτά. Προέρχονται όλα από το σπουδαίο βιβλίο των Verhulst και Nijeboer, το οποίο σύντομα θα έχουμε τυπωμένο και στα Ελληνικά.

Σας προτρέπουμε να τα διαβάσετε προσεκτικά και να τα αποστηθίσετε! Οι θεσμοί (της άμεσης δημοκρατίας, όχι οι άλλοι που μας δανείζουν) κερδίζουν έδαφος και όλο και πιο συχνά θα ακούμε τα παραπάνω επιχειρήματα από τους «αντιπροσώπους» μας, τον «πνευματικό» μας κόσμο και τα ελεγχόμενα ΜΜΕ.

Ας αρχίσουμε…..

«α) Ανεπάρκεια των πολιτών

Το επιχείρημα αυτό απορρίπτει την άμεση δημοκρατία επειδή θεωρεί πως οι ψηφοφόροι δεν είναι ικανοί να διαμορφώσουν μία καλά τεκμηριωμένη γνώμη. Το επιχείρημα αυτό έχει πίσω του μία καθόλου ελκυστική ιστορία. Χρησιμοποιήθηκε ενάντια στο σύστημα της άμεσης καθολικής ψηφοφορίας, ενάντια στο δικαίωμα ψήφου των γυναικών, καθώς και κατά του δικαιώματος ψήφου των μαύρων στην Νότια Αφρική κ.α.

Το 1893, ο Βέλγος Καθολικός πολιτικός Ντε Νέεφ (de Neef) αντιτάχθηκε στο δικαίωμα της  καθολικής ψηφοφορίας επικαλούμενος το επιχείρημα της ανεπάρκειας: «Εκείνοι που απαιτούν να έχουν το δικαίωμα να ψηφίζουν πρέπει, φυσικά, να αποδείξουν επίσης την ικανότητά τους να ασκήσουν εκείνο που απαιτούν. Μπορούν κακότυχοι άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν στοιχειώδη εκπαίδευση και απέτυχαν να βγάλουν τους εαυτούς τους από τις πιο πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης, να έχουν, παρόλα αυτά, το δικαίωμα να αποφασίζουν πράγματα για άλλους ανθρώπους και να ψηφίζουν για τα πιο σοβαρά ζητήματα της χώρας; Στην πραγματικότητα, το καθολικό δικαίωμα ψήφου οδηγεί σε μία διακυβέρνηση από τους επιτήδειους, καθώς εκείνοι που δεν είναι ικανοί να κρίνουν θα εξαρτώνται πλήρως από τους καταφερτζήδες.» (Coenen και Lewin, 1997, σ. 84). To 1919, ο κοινοβουλευτικός συνάδελφός του, σοσιαλιστής Χάμπιν (Hubin), χρησιμοποίησε το επιχείρημα περί ‘ανεπάρκειας’ για να εναντιωθεί στο δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Είναι ενδιαφέρον το ότι, στο μεταξύ, ο Χάμπιν αποδέχτηκε πως οι άρρενες της εργατικής τάξης είχαν αποκτήσει την απαιτούμενη επάρκεια: «Το δικαίωμα ψήφου είναι ένα επικίνδυνο όπλο. Τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο από το όπλο αυτό για μία οργανωμένη και μορφωμένη τάξη, που γνωρίζει τα δικαιώματα και τις ευθύνες της. Αλλά, θα δώσετε αυτό το δικαίωμα σε ένα φύλο που δεν είναι προετοιμασμένο να το χρησιμοποιήσει;» (Coenen και Lewin, 1997, σ. 95. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως τόσο το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες όσο και η άμεση δημοκρατία περιλαμβάνονταν στο Βελγικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα της Γκότα, το οποίο εγκρίθηκε το 1875.)

Στην πραγματικότητα, κάθε φορά που μία κατηγορία πολιτών αποκτούσε δικαίωμα ψήφου το παραπάνω επιχείρημα αποδεικνυόταν εντελώς λανθασμένο. Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση στην αμεσοδημοκρατική λήψη αποφάσεων, αφού ό,τι συμβαίνει στην Ελβετία αποδεικνύει ότι το επιχείρημα είναι άκυρο από αυτή την άποψη. Η Ελβετία είναι σαφέστατα μία από τις καλύτερα κυβερνώμενες χώρες της Ευρώπης, με μία πολύ μικρή σε μέγεθος εκτελεστική εξουσία, αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες, μία καλά οργανωμένη και πάνω από τον μέσο όρο οικονομία.

Το επιχείρημα καταπίπτει για διάφορους λόγους. Τα ήθη είναι πάντα το κλειδί για μία πολιτική απόφαση και μία ηθική απόφαση είναι πάντοτε προσωπική. Κανείς δεν μπορεί να πάρει μία ηθική απόφαση για κάποιον άλλον και κάθε υπεύθυνο άτομο είναι εξ ορισμού ικανό να λαμβάνει μία ηθική απόφαση. «Οι ψηφοφόροι (…) δεν χρειάζεται να έχουν λεπτομερή γνώση των θεμάτων, αλλά περισσότερο των βασικών διακυβευμάτων. Αυτά ωστόσο δεν είναι τεχνικής φύσεως, αλλά περιλαμβάνουν βασικές αποφάσεις (π.χ. αξιολογικές κρίσεις), τις οποίες ο ψηφοφόρος είναι τόσο επαρκής να πάρει όσο ένας πολιτικός.» (Frey και Bohnet, 1994, σ. 156)

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα πρέπει να παραβλέπει κανείς πόσο απαιτητική είναι η ζωή των ανθρώπων σήμερα. Συνάγεται ορθά ότι υπό κανονικές συνθήκες βασίζονται πλήρως στις δυνάμεις τους, μέσα σε μία ταχύτατα μεταβαλλόμενη και ανταγωνιστική κοινωνία. Μέσω του σχολείου, της εργασίας  και όλων των άλλων πλευρών της καθημερινής τους ζωής, αντιμετωπίζουν συνεχώς, σε μικρότερη κλίμακα, τα προβλήματα που αποτελούν επίσης τα επίκαιρα ζητήματα της ευρύτερης πολιτικής σφαίρας. Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι λογικό, εφόσον ιδανικά, η πολιτική αφορά κυρίως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στην καθημερινή τους ζωή.

Κατά τη διαμόρφωση των επιλογών τους, οι πολίτες χρησιμοποιούν συνήθως «έμμεση πληροφόρηση», δηλαδή απόψεις φίλων και αυθεντιών τους οποίους εμπιστεύονται, όπως, για παράδειγμα, είναι οι συστάσεις των πολιτικών κομμάτων και των δημόσιων οργανισμών, πληροφορίες που παρέχονται από τα ΜΜΕ και τους ειδικούς κτλ. Στην Ελβετία, οι  συστάσεις ψήφου ενός μεγάλου αριθμού οργανισμών (πολιτικά κόμματα, συνδικάτα, εκκλησίες, επαγγελματικές ενώσεις, ομάδες πίεσης κ.α.) περιλαμβάνονται στα ενημερωτικά φυλλάδια που διανέμονται πριν το δημοψήφισμα. Παρεμπιπτόντως, τα μέλη του κοινοβουλίου κάνουν το ίδιο συχνή χρήση της ‘έμμεσης πληροφόρησης’. Έχοντας να λάβουν αποφάσεις για μεγάλο αριθμό νόμων και ρυθμίσεων, συχνά δεν είναι δυνατό να μελετήσουν οι ίδιοι όλες τις πηγές πληροφόρησης. Αυτό κατέστη σαφές σε έρευνα που έδειξε ότι οι Ολλανδοί βουλευτές διαβάζουν μόλις το ένα τέταρτο των υπομνημάτων που θα έπρεπε να μελετήσουν (εφημερίδα NRC Handelsblad, 28 Φεβρουαρίου 1997). Έτσι, χρησιμοποιούν έμμεση πληροφόρηση σε τακτική βάση. Ο Λούπια (Lupia, 1994) έδειξε ότι η χρήση ‘έμμεσης πληροφόρησης’ από τους πολίτες στα δημοψηφίσματα επηρεάζει ελάχιστα την τελική απόφαση. Στην ανάλυσή του για μια σειρά πρωτοβουλιών πολιτών στην Καλιφόρνια, από το 1990 και μετά, φάνηκε ότι υπήρξε μία διαφορά στην εκλογική συμπεριφορά μόλις της τάξης του 3% μεταξύ των ψηφοφόρων που ήταν καλά πληροφορημένοι και εκείνων που επέλεξαν να ψηφίσουν στηριζόμενοι αποκλειστικά στην έμμεση πληροφόρηση.

Επιπλέον, το επιχείρημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά εναντίον της άμεσης δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα συνιστά ένα επιχείρημα εναντίον της δημοκρατίας καθεαυτήν. Εάν οι πολίτες δεν είναι ικανοί να αποφασίσουν επί συγκεκριμένων ζητημάτων, τότε είναι εξ ορισμού ανίκανοι να εκλέξουν ανθρώπους που θα λάβουν καλές αποφάσεις. Άλλωστε, προκειμένου να εκλέξουν κάποιον που θα λάβει καλές αποφάσεις θα πρέπει όχι μόνο να είναι ικανοί να κάνουν την διάκριση μεταξύ καλών και κακών αποφάσεων, αλλά και να μπορούν να κρίνουν την αξιοπιστία, την ηθική και διανοητική ακεραιότητα των υποψηφίων, καθώς και να διακρίνουν την κρυφή ατζέντα των πολιτικών κομμάτων. «Δεν είναι σαφές γιατί οι πολίτες θεωρούνται ικανοί να επιλέξουν μεταξύ κομμάτων και πολιτικών στις εκλογές, αλλά όχι για ζητήματα που τίθενται σε δημοψήφισμα. Η πρώτη επιλογή φαίνεται, αν μη τι άλλο, να είναι πιο δύσκολη, καθώς οι εκλογείς θα πρέπει να διαμορφώσουν άποψη για τις μελλοντικές δράσεις των πολιτικών.» (Frey και Bohnet, 1994, σ. 157).

Το επιχείρημα της ανεπάρκειας των πολιτών περιλαμβάνει επίσης δύο υπόρρητες παραδοχές, ότι δηλαδή οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι είναι στην πραγματικότητα ικανοί και ότι υποστηρίζουν με πάθος το δημόσιο συμφέρον. «Οι επικριτές της αμεσοδημοκρατικής νομοθέτησης έχουν συχνά μία εικόνα για τους νομοθέτες που αγγίζει τα όρια του μύθου: ιδιαίτερα ευφυείς, εξαιρετικά καλά πληροφορημένοι, ορθολογικοί όσο και ενάρετοι, σοφοί και σώφρονες, ικανοί όσο οι πρόεδροι εταιρικών ομίλων και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές. Οι ίδιοι επικριτές, τείνουν να βλέπουν τον λαό ως ‘όχλο’ ανάξιο εμπιστοσύνης. Παρόλα αυτά, ο λαός, ή όχλος όπως τον αποκαλούν, είναι εκείνος που εκλέγει τους νομοθέτες. Πώς γίνεται να μπορούν να διαλέξουν μεταξύ καλών και κακών υποψηφίων αλλά να μην μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε καλούς και κακούς νόμους;» (Cronin, 1989, σ. 87).

Τέλος, είναι γεγονός ότι η «κοινωνική γνώση» των πολιτών αυξάνεται ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους σε δημοψηφίσματα. Οι Μπένζ και Στούτζερ (Benz / Stutzer, 2004), έφτασαν σε αυτή την διαπίστωση συγκρίνοντας την Ελβετία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία μία σειρά χωρών διεξήγαγε δημοψήφισμα για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση, ενώ άλλες όχι. Κατά την διάρκεια της περιόδου που εξετάστηκε, επτά Ευρωπαϊκές χώρες διεξήγαγαν δημοψήφισμα για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση (Δανία, Ιρλανδία, Γαλλία, Αυστρία,  Σουηδία, Φινλανδία και  Νορβηγία). Στις υπόλοιπες χώρες δεν διεξήχθη ανάλογο δημοψήφισμα (εκείνη την περίοδο συμμετείχαν στην Ε.Ε. μόνο 15 χώρες). Οι κάτοικοι των χωρών όπου διενεργήθηκε δημοψήφισμα φάνηκε να έχουν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις σε δέκα γενικές ερωτήσεις για την Ε.Ε. σε σχέση με τους κατοίκους των χωρών στις οποίες δεν διεξήχθη δημοψήφισμα. Η διαφορά ήταν τόσο μεγάλη όση εκείνη ανάμεσα σε ανθρώπους με μέσο και χαμηλό εισόδημα αντίστοιχα. Στην Ελβετία, οι Μπένζ και Στούτζερ χρησιμοποίησαν έναν δείκτη του βαθμού της άμεσης δημοκρατίας σε επίπεδο καντονιών (ο οποίος, όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, διαφέρει σημαντικά από το ένα καντόνι στο άλλο), και συνέκριναν αυτόν τον δείκτη με τις απαντήσεις των Ελβετών πολιτών σε τρεις ερωτήσεις για γενικά πολιτικά θέματα της Ελβετίας. Και εδώ, επίσης, οι Ελβετοί που κατοικούσαν σε καντόνια με ισχυρότερους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας είχαν σημαντικά περισσότερες γνώσεις από τους Ελβετούς που κατοικούσαν σε καντόνια με περισσότερο αντιπροσωπευτικά συστήματα. Η διαφορετική επίδραση ήταν τόσο μεγάλη όσο η διαφορά μεταξύ των μελών πολιτικών κομμάτων και εκείνων που δεν είναι μέλη, ή αντίστοιχα με την διαφορά μεταξύ ανθρώπων με μηνιαίο εισόδημα 9.000 και 5.000 Ελβετικών φράγκων.»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Tagged , , , , | 1 σχόλιο

Σχετικά με την πολιτική δέσμευση υποψηφίων στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του 2019.

δέσμευση

Μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος (π.χ. με μια συμμετοχή 30% ή 35%) οι δημοτικοί σύμβουλοι που δεσμεύονται ή οποιοσδήποτε δημοτικός σύμβουλος ή ο δήμαρχος μπορούν να φέρουν το θέμα στο δημοτικό συμβούλιο για συζήτηση και απόφαση του ΔΣ. Εκεί ο υποψήφιος που έχει δεσμευθεί ότι θα σεβαστεί την γνώμη των πολιτών, θα πρέπει να συνταχθεί με την πλειοψηφία των συμμετεχόντων στο δημοψήφισμα και να ψηφίσει υπέρ της άποψης αυτής της δημοκρατικά εκφρασμένης θέσης των πολιτών, ανεξάρτητα με το ποια είναι η προσωπική του θέση για το ζήτημα.

Αν λοιπόν το Δημοτικό συμβούλιο πλειοψηφικά συνταχθεί με την άποψη των πολιτών στο Δημοψηφισμα (που μπορεί να μην έφτασε 40% συμμετοχή) θα βγει μια καθόλα νόμιμη και τυπική απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου! Δεν είναι το δημοψήφισμα που θα είναι νομικά δεσμευτικό, αλλά η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου τελικά! Και συνεπώς δεν μπορεί αυτή η απόφαση να είναι διαβλητή με τους υπάρχοντες νόμους, γιατί θεσμικά και νομικά είναι ανεξάρτητη του δημοψηφίσματος. Αυτό είναι και το νόημα της δέσμευσης που ζητάμε.

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Ρωτήστε τους. Δεσμεύονται;

 

ναι οχι

Προς υποψήφιους δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους καθώς και δημοτικές, περιφερειακές παρατάξεις.

Δεσμεύεστε ότι …

Σύμφωνα με τον νόμο 4555/2018, σχετικά με τη λειτουργία των θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης, είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε δήμο ή περιφέρεια τοπικό δημοψήφισμα μετά από συλλογή υπογραφών δημοτών.

1. Στο άρθρο 136, παρ. προβλέπεται ότι ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ/ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΩΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ Ή ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ.

Δεσμεύεστε ότι θα ψηφίσετε στη σχετική συνεδρίαση του δημοτικού/περιφερειακού συμβουλίου για το χαρακτηρισμό οποιουδήποτε δημοψηφίσματος ως αποφασιστικού ή θέλετε να κρατήσετε για τον εαυτό σας τον τελευταίο λόγο αφαιρώντας τον απ’ τους πολίτες;

2. Στο άρθρο 149 παρ. 7 προβλέπεται ότι ΕΓΚΥΡΟ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΕΦΟΣΟΝ ΣΤΗΝ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΟΙΣ ΕΚΑΤΟ (40%)ΤΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ΣΤΟΥΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥΣ ΚAΤΑΛΟΓΟΥΣ.

Δεσμεύεστε ότι θα ψηφίσετε στο δημοτικό/περιφερειακό συμβούλιο σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας των πολιτών που προσήλθαν στο δημοψήφισμα ακόμα κι αν αυτό δεν είναι έγκυρο σύμφωνα με το γράμμα του νόμου; Ή θα επιβραβεύσετε με την ψήφο σας φαινόμενα πολιτικής αδιαφορίας ή ακόμα και μποϋκοτάζ; (περισσότερα για τα όρια συμμετοχής – εγκυρότητας μπορείτε να διαβάσετε εδώ)

___________________________________________________________________________

Θα δημοσιεύσουμε εδώ κάθε δήλωση δέσμευσης. Δημοτικής ή περιφερειακής παράταξης ή και μεμονωμένου υποψήφιου συμβούλου. Αρκεί να μας τη στείλει στην ηλεκτρονική διεύθυνση referendums@yahoo.gr.

 

 

Posted in Τοπική Αυτοδιοίκηση | 2 Σχόλια

Το δημοψήφισμα του 15 και η αναγκαία συνταγματική αναθεώρηση

Για την ανάγκη μιας δημοκρατικής συνταγματικής αναθεώρησης, όπως προκύπτει απ’ το δημοψήφισμα που διεξήχθει το 2015.

ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ

συνταγμα επιδαυρου

Ιδιαίτερο και μοναδικό

Την 5η Ιουλίου του 2015 διεξήχθει δημοψήφισμα στη χώρα μας. Ήταν ιδιαίτερο και μοναδικό. Τα τρια τέσσερα που είχαν προηγηθεί στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους αφορούσαν τη μορφή του πολιτεύματος. Βασιλευομένη ή αβασίλευτη δημοκρατία; Αυτό ήταν τότε το ερώτημα. Τώρα όμως, για πρώτη φορά, οι Έλληνες πολίτες κλήθηκαν, απ’ τη πολιτική ηγεσία, ν’ αποφασίσουν επί συγκεκριμένου πολιτικού ζητήματος. Σχετικά με την έγκριση μιας διακρατικής συμφωνίας. Το ερώτημα ουσιαστικά ήταν: «Ναι ή Όχι στη πρόταση Γιουνκέρ;» (1). Κι απάντησαν. Το 61,31% ΟΧΙ, το 38,69 ΝΑΙ(2).

Κι έκανε το ΟΧΙ, ΝΑΙ ;

Στη συλλογική συνείδηση έχει μείνει ότι ο πρωθυπουργός της χώρας, Αλέξης Τσίπρας, έκανε το ΟΧΙ, ΝΑΙ. Εννοούν πως έπραξε το αντίθετο απ’ αυτό που του υπέδειξε η λαϊκή βούληση με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ο ισχυρισμός όμως δεν είναι ορθός. Οι Έλληνες πολίτες απέρριψαν τη πρόταση Γιουνκέρ. Στη συνέχεια, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 686 επιπλέον λέξεις

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

ΠΙΝΑΚΑΣ ΓΙΑ Δημοψηφίσματα Πρωτοβουλίας Πολιτών ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

kalpi11111

Ο συνημμένος πίνακας [ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ] έχει ως πρωταρχικό σκοπό να διευκολύνει τους πολίτες στην άσκηση του δικαιώματος τους για την προκήρυξη δημοψηφίσματος στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ειναι εξαιρετικά σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό το δικαίωμα, ουσιαστικά, δίνεται για πρώτη φορά στους πολίτες απο τους «επαγγελματίες πολιτικους» και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να το αφήσουμε να υποτιμηθεί ή να απαξιωθεί . Εκτός απο τη χρηστική διάσταση του πίνακα που αφορά την ενημέρωση έχει καταγραφεί και η προισχύουσα κατάσταση ώστε να διευκολυνεται η σύγκριση. Τον πίνακα τον έφτιαξα μόνος μου (δεν είμαι νομικός), οπότε συγχωρείστε μου τυχόν παραλείψεις.

Γεώργιος Θωμάκος

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο